Αγγλικά → Ελληνικά - humdrum

προφορά
επίθ. πληκτικός

Αγγλικά → Αγγλικά - humdrum

προφορά
adj. boring, monotonous, dull, repetitious

Αγγλικά → Γαλλικά - humdrum

προφορά
adj. monotone, ennuyeux, répétitif, barbant, inintéressant

Αγγλικά → Γερμανικά - humdrum

προφορά
adj. alltäglich, monoton

Αγγλικά → Ινδονησιακά - humdrum

προφορά
a. menjemukan, membosankan, sederhana

Αγγλικά → Ιταλικά - humdrum

προφορά
agg. monotono, noioso, trito, banale

Αγγλικά → Πολωνικά - humdrum

προφορά
n. proza, prozaiczność
a. monotonny, banalny, jednostajny, nieciekawy, prozaiczny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - humdrum

προφορά
adj. monótono, insípido

Αγγλικά → Ρουμανικά - humdrum

προφορά
n. şablon
a. banal, monoton, plicticos

Αγγλικά → Ρωσικά - humdrum

προφορά
прил. банальный, скучный

Αγγλικά → Ισπανικά - humdrum

προφορά
adj. monótono, aburrido

Αγγλικά → Τουρκικά - humdrum

προφορά
s. tekdüze, monoton, sıkıcı
i. sıkıcı lâf, can sıkıcı tip, monoton şey

Αγγλικά → Ουκρανικά - humdrum

προφορά
n. банальність
a. банальний, нудний

Αγγλικά → Ολλανδικά - humdrum

προφορά
bn. eentonig, alledaags; saai; sleur-

Αγγλικά → Αραβικά - humdrum

προφορά
‏رتابة، حديث ممل، شخص مضجر‏
‏رتيب، ممل، مضجر‏

Αγγλικά → Κινεζικά - humdrum

προφορά
(形) 平凡的; 无聊的; 单调的

Αγγλικά → Κινεζικά - humdrum

προφορά
(形) 平凡的; 無聊的; 單調的

Αγγλικά → Χίντι - humdrum

προφορά
a. नीरस, फीका

Αγγλικά → Ιαπωνικά - humdrum

προφορά
(形) 平凡な; 退屈な; 単調な

Αγγλικά → Κορεατικά - humdrum

προφορά
형. 단조로운, 지겨운

Αγγλικά → Βιετναμικά - humdrum

προφορά
n. không thay đổi
a. tầm thường, vô vị


dictionary extension
© dictionarist.com