Αγγλικά → Ελληνικά - howl

προφορά
ουσ. ούρλασμα
ρήμ. ουρλιάζω

Αγγλικά → Αγγλικά - howl

προφορά
n. yowl, wail, cry (of pain, anger, protest, etc.)
v. yowl, moan, wail, cry out (in pain, anger, protest, etc.)
n. poem by Allen Ginsberg (published in 1956)

Αγγλικά → Γαλλικά - howl

προφορά
n. hurlement; mugissement, cri; huée
v. mugir; hurler; crier; huer
n. Howl, poème de Allen Ginsberg publié en 1956

Αγγλικά → Γερμανικά - howl

προφορά
n. Heulen (Wölfe); wütendes Geschrei; Gejohle
v. heulen (Wind, Hunde); schreien; johlen
n. Howl, Gedicht von Alan Ginsberg (veröffentlicht in 1956)

Αγγλικά → Ινδονησιακά - howl

προφορά
n. raung, raungan, peking, lolong, deru, gonggong, gong, pekik, teriak, teriakan, seruan, tangis, tangisan
v. menggonggong, melolong, meraung, memeking, memekik

Αγγλικά → Ιταλικά - howl

προφορά
s. ululato, urlo; grido, ruggito; mugolio, gemito
v. ululare, latrare; urlare, gridare, ruggire; mugolare, gemere
s. Howl, poesia di Allen Ginsberg (pubblicata nel 1956)

Αγγλικά → Πολωνικά - howl

προφορά
n. wycie, ryk, jęk
v. wyć, zawyć, zawywać

Αγγλικά → Πορτογαλικά - howl

προφορά
s. uivo
v. uivar, mugir
s. Howl, poema de Allen Ginsberg (publicado em 1956)

Αγγλικά → Ρουμανικά - howl

προφορά
n. urlet, strigăt de mânie, huiduială, răcnet, răget, muget
v. urla, răcni, rage, striga, vâjâi, zbiere, mugi

Αγγλικά → Ρωσικά - howl

προφορά
с. вой, стон, рев
г. выть, стонать, громко плакать, реветь

Αγγλικά → Ισπανικά - howl

προφορά
s. aullido, alarido, berreo, ronquido, ululación
v. aullar, berrear, chillar, pegar gritos, ulular
s. ''Aullido'', poema de Allen Ginsberg (publicado en 1956)

Αγγλικά → Τουρκικά - howl

προφορά
f. havlamak, ulumak, inlemek, uğuldamak, kahkaha atmak, bağırmak
i. uluma, uğultu, bağırma, feryat

Αγγλικά → Ουκρανικά - howl

προφορά
n. виття, завивання, вибух, ревіння, стогін
v. вити, стогнати, викрикувати, вищати, завивати

Αγγλικά → Ολλανδικά - howl

προφορά
zn. gehuil, brul, gil
ww. huilen, jammeren, brullen, gillen
zn. gedicht van Allen Ginsberg (gepubliceerd in 1956)

Αγγλικά → Αραβικά - howl

προφορά
‏ولولة، عواء، صراخ، تعصف، نباح‏
‏عوى، نبح‏

Αγγλικά → Κινεζικά - howl

προφορά
(名) 吠声, 号叫
(动) 狂吠, 呼啸, 咆哮; 吼叫着说, 狂喊着表示

Αγγλικά → Κινεζικά - howl

προφορά
(名) 吠聲, 號叫
(動) 狂吠, 呼嘯, 咆哮; 吼叫著說, 狂喊著表示

Αγγλικά → Χίντι - howl

προφορά
n. चीख़, भेडिये का शब्द
v. गरजना, गुर्राना, चीख़ना, चिल्लाकर कहना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - howl

προφορά
(動) わめく(痛みや怒りや抗議で); 吠える; 泣き叫ぶ; 大笑いする; うなる
(名) わめき声(痛みやいかりや抗議など); 遠ぼえ; 大笑い; ヒューヒューいう音

Αγγλικά → Κορεατικά - howl

προφορά
명. 짖는 소리, 소리를 길게 뽐으며 짖는 소리
동. 멀리서 짖다, 신음하다, 울부짖다

Αγγλικά → Βιετναμικά - howl

προφορά
n. tiếng chó tru, tiếng la hét, tiếng la vì giận
v. chó tru, tru tréo


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: howling
Present: howl (3.person: howls)
Past: howled
Future: will howl
Present conditional: would howl
Present Perfect: have howled (3.person: has howled)
Past Perfect: had howled
Future Perfect: will have howled
Past conditional: would have howled
© dictionarist.com