Αγγλικά → Ελληνικά - hostess

προφορά
ουσ. ξενιζούσα, οικοδέσποινα, συνοδός αεροπλάνου

Αγγλικά → Αγγλικά - hostess

προφορά
n. woman who receives guests into her home; stewardess (on a train, plane, etc.); greeter of patrons (in a restaurant); female master of ceremonies
n. hostess, woman who receives guests into her home; greeter of patrons; female master of ceremonies
n. stewardess, female employee who tends to passengers on an airplane (or ship, etc.)

Αγγλικά → Γαλλικά - hostess

προφορά
n. hôtesse, femme qui reçoit les invités dans sa demeure; hôtesse de l'air; hôtelière, aubergiste; entraîneuse; personne qui accompagne le maître des cérémonies, présentatrice ou animatrice d'une émission

Αγγλικά → Γερμανικά - hostess

προφορά
[host] n. Gastgeber, Wirt, (Comput) Host-Rechner, ein Computer der Dienstleistungen für andere Computer leistet
n. Hostess; Stewardess; Gästeempfängerin im Restaurant

Αγγλικά → Ινδονησιακά - hostess

προφορά
n. nyonya rumah, wanita yg menyambut tamu

Αγγλικά → Ιταλικά - hostess

προφορά
s. ospite, padrona di casa; locandiera, ostessa; (Aer) hostess, assistente di volo; direttrice di sala; entraineuse

Αγγλικά → Πολωνικά - hostess

προφορά
n. pani domu, gospodyni

Αγγλικά → Πορτογαλικά - hostess

προφορά
s. hospedeira; aeromoça; anfitriã; mestre de cerimônias

Αγγλικά → Ρουμανικά - hostess

προφορά
n. amfitrioană, stăpâna casei, gazdă, animatoare, hangiţă, hangioaică

Αγγλικά → Ρωσικά - hostess

προφορά
с. хозяйка, распорядительница, старшая официантка, бортпроводница, стюардесса

Αγγλικά → Ισπανικά - hostess

προφορά
s. anfitriona, dueña de la casa, hostelera

Αγγλικά → Τουρκικά - hostess

προφορά
i. hostes, konuk eden kadın, evsahibesi, restoranda müşteriyi karşılayan görevli, sunucu, konsomatris

Αγγλικά → Ουκρανικά - hostess

προφορά
n. хазяйка, господиня, трактирниця, стюардеса

Γερμανικά → Αγγλικά - hostess

προφορά
n. woman who receives guests into her home; stewardess (on a train, plane, etc.); greeter of patrons (in a restaurant); female master of ceremonies

Ιταλικά → Αγγλικά - hostess

προφορά
n. stewardess, female employee who tends to passengers on an airplane (or ship, etc.)

Ολλανδικά → Αγγλικά - hostess

προφορά
n. hostess, woman who receives guests into her home; stewardess (on a train, plane, etc.); greeter of patrons (in a restaurant); female master of ceremonies

Αγγλικά → Ολλανδικά - hostess

προφορά
zn. gastvrouw; vrouwelijke dans-partner

Γερμανικά → Γαλλικά - hostess

προφορά
n. hôtesse (f)

Γερμανικά → Ιταλικά - hostess

προφορά
n. hostess (f), guida (f)

Γερμανικά → Ισπανικά - hostess

προφορά
n. azafata (f)

Γερμανικά → Τουρκικά - hostess

προφορά
i. hostes (m)

Ιταλικά → Γαλλικά - hostess

προφορά
(aviazione - donna) hôtesse de l'air; hôtesse (f)

Ιταλικά → Γερμανικά - hostess

προφορά
n. hostess, stewardess, führerin

Ολλανδικά → Γαλλικά - hostess

προφορά
1. (luchtvaart - vrouw) hôtesse de l'air; hôtesse (f)
2. (vrouw) hôtesse (f)

Αγγλικά → Αραβικά - hostess

προφορά
‏مضيفة طيران، مضيفة، المضيفة‏

Αγγλικά → Κινεζικά - hostess

προφορά
(名) 女主人; 女老板; 女房东

Αγγλικά → Κινεζικά - hostess

προφορά
(名) 女主人; 女老闆; 女房東

Αγγλικά → Χίντι - hostess

προφορά
n. मालकिन, स्वामिनी, मकान की मालिकिन

Αγγλικά → Ιαπωνικά - hostess

προφορά
(名) 接待役の女性; スチュワーデス(電車や飛行機などで); ホステス; 女主人
(名) ホスト, 主人; 寄生動物の主人; 大勢, 多数(人やもの); 他のコンピュータのサーバーとしての働きをするコンピュータ

Αγγλικά → Κορεατικά - hostess

προφορά
명. 여주인, 손님을 맞이하는 집안의 안주인; 스튜어디스, 여승무원; 고객을 맞이하는 사람 ( 식당에서); 의식을 진행하는 여자주인

Αγγλικά → Βιετναμικά - hostess

προφορά
n. bà chủ nhà, người đàn bà tiếp khách, bà chủ quán trọ, nữ tiếp viên hàng không, nữ chiêu đãi viên, người tiếp khách

Γερμανικά → Κινεζικά - hostess

προφορά
[die]女主人。


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: hostessing
Present: hostess (3.person: hostesses)
Past: hostessed
Future: will hostess
Present conditional: would hostess
Present Perfect: have hostessed (3.person: has hostessed)
Past Perfect: had hostessed
Future Perfect: will have hostessed
Past conditional: would have hostessed
© dictionarist.com