Αγγλικά → Ελληνικά - hoot

προφορά
ουσ. αποδοκιμασία, σφύριγμα
ρήμ. γιουχαΐζω, συρίζω, αποδοκιμάζω

Αγγλικά → Αγγλικά - hoot

προφορά
n. cry of an owl; shout, cry (often of disapproval); sound of a horn or whistle (British)
v. make a sound like the cry of an owl; shout, yell (in disapproval); sound a horn, blow a whistle (British)

Αγγλικά → Γαλλικά - hoot

προφορά
n. hululement; coup de klaxon; huée
v. hululer; siffler; huer

Αγγλικά → Γερμανικά - hoot

προφορά
n. verächtliches Gejohle; Schrei; Hupen; Heulen
v. heulen, hupen; johlen; schreien

Αγγλικά → Ινδονησιακά - hoot

προφορά
n. tiupan
v. berteriak, meneriaki, mengejekkan

Αγγλικά → Ιταλικά - hoot

προφορά
s. grido; fischiata; urlo; colpo di clacson; fischio; (fam) cosa divertentissima, spasso
v. gridare; sonare; fischiare; urlare; (fam) ridere sguaiatamente

Αγγλικά → Πολωνικά - hoot

προφορά
n. hukanie, wycie, ryk, trąbienie, trąbienie klaksonu, gwizd, wygwizdanie
v. hukać, huczeć, zahukać, pohukiwać, trąbić, ryczeć, gwizdać, zagwizdać, huknąć

Αγγλικά → Πορτογαλικά - hoot

προφορά
s. assovio; buzina; sirena; vaia
v. buzinar; assoviar; vaiar

Αγγλικά → Ρουμανικά - hoot

προφορά
n. strigăt, ţipăt, sunet, muget, huiduială
v. suna, ţipa, urla, huidui, urmări sau a primi cu huiduieli, face de ruşine în public

Αγγλικά → Ρωσικά - hoot

προφορά
с. крик совы, уханье, крики, гиканье, гудок
г. ухать, кричать, свистеть, гикать, улюлюкать, гудеть

Αγγλικά → Ισπανικά - hoot

προφορά
s. bocinazo, sofión; cantidad muy pequeña, bledo, pedacito, pedazo pequeño; resoplido; grito desarticulado, ululato; aullido del búho
v. ulular, aullar; echar a gritos; dar un bocinazo; dar gritos; dar un bocinazo a

Αγγλικά → Τουρκικά - hoot

προφορά
f. ötmek (baykuş), yuhalamak, çalmak, korna çalmak, bağırmak
i. baykuş sesi, yuh, yuhalama, korna sesi, düdük sesi, siren

Αγγλικά → Ουκρανικά - hoot

προφορά
n. сова: крик сови, улюлюкання, гудок
v. ухати, улюлюкати, гудіти

Αγγλικά → Ολλανδικά - hoot

προφορά
zn. gefluit; getoet; boe geroep
ww. toeteren; fluiten; boe roepen

Αγγλικά → Αραβικά - hoot

προφορά
‏صياح، صياح البوم، نعيب البوم، إستهزاء‏
‏صاح، صغر، نادى بسخرية، صفر، ققاه، قاطع بصيحات‏

Αγγλικά → Κινεζικά - hoot

προφορά
(名) 猫头鹰的叫声; 表不满或轻蔑的叫嚣; 汽车喇叭声
(动) 作猫头鹰叫声; 作汽车喇叭响声; 作汽笛响声; 作表示不满的叫喊; 用呵斥声表示; 轰赶

Αγγλικά → Κινεζικά - hoot

προφορά
(名) 貓頭鷹的叫聲; 表不滿或輕蔑的叫囂; 汽車喇叭聲
(動) 作貓頭鷹叫聲; 作汽車喇叭響聲; 作汽笛響聲; 作表示不滿的叫喊; 用呵斥聲表示; 轟趕

Αγγλικά → Χίντι - hoot

προφορά
n. उल्लू की बोली, घृणासूचक शोर
v. तिरस्कार करना, उल्लू की तरह चिल्लाना, घृणासूचक शोर करना, शोर करके भगाना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - hoot

προφορά
(動) ホーホーと鳴く; ブーブーとやじる(非難で); ポーという音を出す, 笛を吹く(英国)
(名) フクロウの鳴き声; 叫び声(しばしば非難の); 角笛やホイッスルの音(英国)

Αγγλικά → Κορεατικά - hoot

προφορά
명. 야유하는 소리; 소리지르기 ( 인정하지 못할 때); 휘파람 부는 소리 (영국)
동. 우우 하는 소리를 내다; 야유하다 ; 휘파람소리를 내다( 영국)

Αγγλικά → Βιετναμικά - hoot

προφορά
n. tiếng cú kêu, tiếng la phản đối, tiếng kèn xe hơi, tiếng xúp lê, tiếng còi
v. cú kêu, la phản đối, bóp kèn


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: hooting
Present: hoot (3.person: hoots)
Past: hooted
Future: will hoot
Present conditional: would hoot
Present Perfect: have hooted (3.person: has hooted)
Past Perfect: had hooted
Future Perfect: will have hooted
Past conditional: would have hooted
© dictionarist.com