Αγγλικά → Ελληνικά - hoof

προφορά
ουσ. χηλή, οπλή ίππου, βοός, οπλή

Αγγλικά → Αγγλικά - hoof

προφορά
n. horny growth covering the feet of certain animals (horse, cow, etc.)
v. walk, go on foot; dance (Slang)

Αγγλικά → Γαλλικά - hoof

προφορά
n. sabot (cheval); pied
v. donner des coups de sabot; danser en état d'ivresse; déambuler

Αγγλικά → Γερμανικά - hoof

προφορά
n. Huf, Hornschicht die die Füße von einigen Tieren bedeckt
v. tippeln; marschieren zu Fuß laufen; tanzen (Slang)

Αγγλικά → Ινδονησιακά - hoof

προφορά
n. kuku kuda, tapak kuda
v. menerjang

Αγγλικά → Ιταλικά - hoof

προφορά
s. (Zool) zoccolo, ungula; (scherz) piede, (scherz) zampa
v. (fam) camminare, andare a piedi; ballare

Αγγλικά → Πολωνικά - hoof

προφορά
n. kopyto, racica
v. kopać, piechota: odbywać piechotą, kopnąć

Αγγλικά → Πορτογαλικά - hoof

προφορά
s. casco
v. chutar; vagar; dançar por dinheiro

Αγγλικά → Ρουμανικά - hoof

προφορά
n. copită, unghie
v. da un picior, da o lovitură de copită

Αγγλικά → Ρωσικά - hoof

προφορά
с. копыто, копытное животное, нога
г. бить копытом, выгнать, уволить

Αγγλικά → Ισπανικά - hoof

προφορά
s. casco, pesuña, pezuña
v. patear; andar; bailar a sueldo

Αγγλικά → Τουρκικά - hoof

προφορά
f. yaya gitmek, yol tepmek, dans etmek
i. toynak, ayak, toynaklı hayvan

Αγγλικά → Ουκρανικά - hoof

προφορά
n. копито, копитний: копитна тварина, ратиця
v. копито: бити копитами

Αγγλικά → Ολλανδικά - hoof

προφορά
zn. hoef van een speciaal dier (paard, koe, enz.)
ww. zwerven; trappen; dansen (jargon)

Αγγλικά → Αραβικά - hoof

προφορά
‏حافر، ظلف، حيوان من ذوات الحوافر‏

Αγγλικά → Κινεζικά - hoof

προφορά
(名) 蹄, 人的脚
(动) 用蹄踢; 步行; 走, 踏, 踢

Αγγλικά → Κινεζικά - hoof

προφορά
(名) 蹄, 人的腳
(動) 用蹄踢; 步行; 走, 踏, 踢

Αγγλικά → Χίντι - hoof

προφορά
n. खुर, सुम, टाप

Αγγλικά → Ιαπωνικά - hoof

προφορά
(名) ひづめ(馬や牛など)
(動) 歩く; ダンスする(俗語)

Αγγλικά → Κορεατικά - hoof

προφορά
명. 발굽
동. 걷다, 발굽으로 차다

Αγγλικά → Βιετναμικά - hoof

προφορά
n. móng ngựa, chân người
v. đi chân, đi bộ, cuốc bộ


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: hoofing
Present: hoof (3.person: hoofs)
Past: hoofed
Future: will hoof
Present conditional: would hoof
Present Perfect: have hoofed (3.person: has hoofed)
Past Perfect: had hoofed
Future Perfect: will have hoofed
Past conditional: would have hoofed
© dictionarist.com