Αγγλικά → Ελληνικά - honest

προφορά
επίθ. τίμιος, έντιμος, αδιάβλητος

Αγγλικά → Αγγλικά - honest

προφορά
adj. truthful, frank, candid

Αγγλικά → Γαλλικά - honest

προφορά
adj. honnête, sincère, droit

Αγγλικά → Γερμανικά - honest

προφορά
adj. ehrlich, aufrichtig

Αγγλικά → Ινδονησιακά - honest

προφορά
a. jujur, lurus, lurus hati, tulus, tulus hati, tulus ikhlas, aling-aling: tanpa tedeng aling-aling, benar

Αγγλικά → Ιταλικά - honest

προφορά
agg. onesto, retto, buono, sano; imparziale, equo, giusto; lecito, legittimo; puro, vero, genuino; semplice, schietto; casta, onesta, virtuosa

Αγγλικά → Πολωνικά - honest

προφορά
a. szczery, solidny, rzetelny, porządny, uczciwy, czysty

Αγγλικά → Πορτογαλικά - honest

προφορά
adj. honesto, correto

Αγγλικά → Ρουμανικά - honest

προφορά
a. onest, cinstit, credincios, bun, fidel, cumsecade, treabă: de treabă, sincer, onorabil, nefalsificat, loial, drept, corect, curat, integru, limpede

Αγγλικά → Ρωσικά - honest

προφορά
прил. честный, правдивый, искренний, настоящий, подлинный, нефальсифицированный, нравственный, целомудренный

Αγγλικά → Ισπανικά - honest

προφορά
adj. honesto, entero, honrado, íntegro, probo, recto, sincero

Αγγλικά → Τουρκικά - honest

προφορά
s. açık yürekli, dürüst, doğru, hilesiz, açık sözlü, namuslu, içten, saf, katışıksız
ünl. doğru mu, sahi mi, gerçekten mi

Αγγλικά → Ουκρανικά - honest

προφορά
a. чесний, правдивий, сумлінний, справжній, непритворенний, нефальсифікований, порядний, чистий

Αγγλικά → Ολλανδικά - honest

προφορά
bn. eerlijk; oprecht

Αγγλικά → Αραβικά - honest

προφορά
‏برئ، صادق، مستقيم، مخلص، صحيح، نزيه، صريح، أمين، ساذج، بسيط، محتشم‏

Αγγλικά → Κινεζικά - honest

προφορά
(形) 诚实的, 可靠的, 坦直的

Αγγλικά → Κινεζικά - honest

προφορά
(形) 誠實的, 可靠的, 坦直的

Αγγλικά → Χίντι - honest

προφορά
a. सच्चा, ईमानदार, सत्यवादी, चोखा, नेकनीयत

Αγγλικά → Ιαπωνικά - honest

προφορά
(形) 正直な; 正直そうな; 偽りのない; 正当な

Αγγλικά → Κορεατικά - honest

προφορά
형. 정직한, 솔직한, 거짓이 없는

Αγγλικά → Βιετναμικά - honest

προφορά
a. ngay thật, thành thật, chân thật, thanh liêm, liêm kiết


dictionary extension
© dictionarist.com