Αγγλικά → Ελληνικά - hinder

προφορά
ρήμ. εμποδίζω
επίθ. οπίσθιος

Αγγλικά → Αγγλικά - hinder

προφορά
v. slow down; disturb; prevent
n. hindrance, impediment, obstacle; nuisance, annoyance
v. hinder, impede, obstruct; annoy, bother, irritate

Αγγλικά → Γαλλικά - hinder

προφορά
v. gêner, empêcher, entraver

Αγγλικά → Γερμανικά - hinder

προφορά
v. aufhalten; stören; verhindern

Αγγλικά → Ινδονησιακά - hinder

προφορά
v. menghalangi, merintangi, menghalang, mengganggu, melintang, memintas, mencegah
a. belakang

Αγγλικά → Ιταλικά - hinder

προφορά
v. impacciare, intralciare, ostacolare, inceppare; impedire; ritardare

Αγγλικά → Πολωνικά - hinder

προφορά
v. przeszkadzać komuś w czymś, powstrzymać kogoś, utrudniać, wiązać, krępować, utrudnić, skrępować

Αγγλικά → Πορτογαλικά - hinder

προφορά
v. atrasar a alguém; impedir; atrapalhar

Αγγλικά → Ρουμανικά - hinder

προφορά
a. spate: de la spate, posterior
v. face să întârzie, frâna, handicapa, încurca, jena, opri, reţine, sminti, stăvili, împiedica, stingheri, stânjeni

Αγγλικά → Ρωσικά - hinder

προφορά
г. мешать, препятствовать, быть помехой

Αγγλικά → Ισπανικά - hinder

προφορά
v. impedir, detener, dificultar, embarazar, empecer, entorpecer, entrabar, estorbar, imposibilitar, inhibir, obstaculizar, obstar, poner barreras a, poner obstáculos a, poner trabas a

Αγγλικά → Τουρκικά - hinder

προφορά
f. engel olmak, alıkoymak, aksatmak, engellemek, aksamak, sonraya kalmak
s. arkadaki, daha arkadaki

Αγγλικά → Ουκρανικά - hinder

προφορά
v. заважати, утримати, вадити, вередити, перешкоджати
a. задній

Ολλανδικά → Αγγλικά - hinder

προφορά
n. hindrance, impediment, obstacle; nuisance, annoyance

Αγγλικά → Ολλανδικά - hinder

προφορά
ww. hinderen; belemmeren, verhinderen, beletten

Ολλανδικά → Γαλλικά - hinder

προφορά
(algemeen) inconvénient (m)

Αγγλικά → Αραβικά - hinder

προφορά
‏عاق، منع، أوقف، غلق، كبح‏

Αγγλικά → Κινεζικά - hinder

προφορά
(动) 妨碍; 阻碍; 起阻碍作用; 成为障碍

Αγγλικά → Κινεζικά - hinder

προφορά
(動) 妨礙; 阻礙; 起阻礙作用; 成為障礙

Αγγλικά → Χίντι - hinder

προφορά
v. रोकना, अटकाना, बिघ्न डालना, बाधा पहुंचाना, अड़चन डालना
a. पीछला

Αγγλικά → Ιαπωνικά - hinder

προφορά
(動) 妨げる; 遅らせる

Αγγλικά → Κορεατικά - hinder

προφορά
동. 방해하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - hinder

προφορά
v. ngăn cản, cản trở
a. ở đằng sau, ở sau


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: hindering
Present: hinder (3.person: hinders)
Past: hindered
Future: will hinder
Present conditional: would hinder
Present Perfect: have hindered (3.person: has hindered)
Past Perfect: had hindered
Future Perfect: will have hindered
Past conditional: would have hindered
© dictionarist.com