Αγγλικά → Ελληνικά - high-minded

προφορά
επίθ. υψηλόφρων

Αγγλικά → Αγγλικά - high-minded

προφορά
noble, of high moral character

Αγγλικά → Γαλλικά - high-minded

προφορά
aux sentiments nobles; généreux; magnanime

Αγγλικά → Γερμανικά - high-minded

προφορά
hochgesinnt

Αγγλικά → Ινδονησιακά - high-minded

προφορά
a. berjiwa besar, berhati mulia, berbudi luhur, berbudi mulia

Αγγλικά → Ιταλικά - high-minded

προφορά
magnanimo

Αγγλικά → Πολωνικά - high-minded

προφορά
a. wielkoduszny, szlachetny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - high-minded

προφορά
magnânimo; nobre; de altos princípios

Αγγλικά → Ρουμανικά - high-minded

προφορά
a. caracter: cu caracter distins, sentiment: cu sentimente nobile, generos, încrezut, mărinimos, nobil, mândru

Αγγλικά → Ρωσικά - high-minded

προφορά
a. 1. благородный, возвышенный; великодушный 2. гордый, надменный

Αγγλικά → Ισπανικά - high-minded

προφορά
de mente sabia

Αγγλικά → Τουρκικά - high-minded

προφορά
s. yüce gönüllü, asil ruhlu, alicenap

Αγγλικά → Ουκρανικά - high-minded

προφορά
a. благородний, піднесений, гордий

Αγγλικά → Ολλανδικά - high-minded

προφορά
edel, hoogstaand

Αγγλικά → Αραβικά - high-minded

προφορά
‏سام المبادىء، نبيل المشاعر، كريم‏

Αγγλικά → Κινεζικά - high-minded

προφορά
高尚的; 傲慢的

Αγγλικά → Κινεζικά - high-minded

προφορά
高尚的; 傲慢的

Αγγλικά → Χίντι - high-minded

προφορά
n. मनस्वी
a. शरीफ़, सज्जन, उदात्त, महामना, कुलीन

Αγγλικά → Ιαπωνικά - high-minded

προφορά
気高い

Αγγλικά → Βιετναμικά - high-minded

προφορά
a. cao thượng, tánh cao thượng


dictionary extension
© dictionarist.com