Αγγλικά → Ελληνικά - hex

προφορά
ρήμ. μαγεύω, γοητεύω

Αγγλικά → Αγγλικά - hex

προφορά
n. spell, charm
v. cast a spell, perform magic, bewitch
v. witch, affect by witchcraft, bewitch; conjure up, invoke

Αγγλικά → Γαλλικά - hex

προφορά
n. sortilège, hexa
v. ensorceler, enchanter

Αγγλικά → Γερμανικά - hex

προφορά
n. Fluch, Hexspruch
v. verfluchen, verhexen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - hex

προφορά
n. kutukan, kutuk, guna-guna

Αγγλικά → Ιταλικά - hex

προφορά
s. stregoneria
v. stregare

Αγγλικά → Πολωνικά - hex

προφορά
n. klątwa {am.}
v. klątwa: rzucać klątwę

Αγγλικά → Πορτογαλικά - hex

προφορά
s. bruxaria, mágica
v. enfeitiçar, fazer bruxaria

Αγγλικά → Ρωσικά - hex

προφορά
с. ведьма, колдунья, ворожея; чары, злые чары, заклинание, наговор
г. колдовать, заколдовывать, заниматься черной магией

Αγγλικά → Ισπανικά - hex

προφορά
s. hechizo, embrujo
v. embrujar, hechizar

Αγγλικά → Τουρκικά - hex

προφορά
f. nazarı değmek, büyü yapmak, afsunlamak
i. büyü, nazar, uğursuzluk

Αγγλικά → Ολλανδικά - hex

προφορά
zn. tovenarij
ww. toveren

Αγγλικά → Αραβικά - hex

προφορά
‏ساحرة، عرافة‏
‏مارس السحر‏

Αγγλικά → Κινεζικά - hex

προφορά
(名) 魔女; 十六进位; 不吉祥的东西
(动) 施魔法于; 使倒霉; 迷惑

Αγγλικά → Κινεζικά - hex

προφορά
(名) 魔女; 十六進位; 不吉祥的東西
(動) 施魔法於; 使倒楣; 迷惑

Αγγλικά → Ιαπωνικά - hex

προφορά
(動) 魔法をかける; 不幸をもたらす
(名) 魔力; まじない; 魔女

Αγγλικά → Κορεατικά - hex

προφορά
명. 마녀

Αγγλικά → Βιετναμικά - hex

προφορά
n. tiệp đầu ngữ là sáu


Χρονοι ρηματων

Present participle: hexing
Present: hex (3.person: hexes)
Past: hexed
Future: will hex
Present conditional: would hex
Present Perfect: have hexed (3.person: has hexed)
Past Perfect: had hexed
Future Perfect: will have hexed
Past conditional: would have hexed
© dictionarist.com