Αγγλικά → Ελληνικά - hearty

προφορά
επίθ. ειλικρινής, ρωμαλέος, εγκάρδιος

Αγγλικά → Αγγλικά - hearty

προφορά
adj. cordial, affectionate; sincere, genuine, honest; enthusiastic; devoted; vigorous; healthy; abundant
n. (Archaic) comrade, good fellow; sailor

Αγγλικά → Γαλλικά - hearty

προφορά
adj. cordial, chaleureux, fort, sain
n. copain; matelot

Αγγλικά → Γερμανικά - hearty

προφορά
adj. herzlich; ehrlich; gesund
n. Freund; Matrose

Αγγλικά → Ινδονησιακά - hearty

προφορά
a. jujur, tulus ikhlas, tulus, tulus hati, sungguh-sungguh, sepenuh hati, sungguh: dgn sungguh hati, sehat, kuat, banyak, besar, subur

Αγγλικά → Ιταλικά - hearty

προφορά
agg. cordiale, caloroso; schietto, sincero, genuino; robusto, vigoroso, forte; spontaneo; esuberante; abbondante; fertile, produttivo; (fam) sportivo
s. amico; sincero

Αγγλικά → Πολωνικά - hearty

προφορά
a. serdeczny, krzepki, dobry, obfity, gorący, gościnny, kordialny, wylewny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - hearty

προφορά
adj. sincero, leal; puro; forte; são, saudável
s. amigo; pessoa corajosa; marinheiro

Αγγλικά → Ρουμανικά - hearty

προφορά
a. cordial, sincer, intim, viguros, consistent, verde

Αγγλικά → Ρωσικά - hearty

προφορά
прил. искренний, сердечный, дружеский; здоровый, крепкий, ядреный, энергичный; обильный, плодородный
с. крепкий парень, моряк, студент

Αγγλικά → Ισπανικά - hearty

προφορά
adj. saludable, cordial, vigoroso
s. compañero; marinero

Αγγλικά → Τουρκικά - hearty

προφορά
s. yürekten, candan, içten, canlandırıcı, sağlam, kuvvetli, canlı, dinç, zinde, bol, çok
i. canlı ve dinç adam, güçlü sporcu

Αγγλικά → Ουκρανικά - hearty

προφορά
n. дужий парубок
a. сердечний, щирий, дружній, гостинний, здоровий, насердний

Αγγλικά → Ολλανδικά - hearty

προφορά
bn. hartelijk; gezond; stevig; hartgrondig
zn. flinke kerel, matroos; matroos

Αγγλικά → Αραβικά - hearty

προφορά
‏قلبي، حماسى، رقيق، قوي، عذب، ودي، مخلص‏

Αγγλικά → Κινεζικά - hearty

προφορά
(形) 诚恳的, 旺盛的, 热烈的
(名) 伙伴们, 朋友们

Αγγλικά → Κινεζικά - hearty

προφορά
(形) 誠懇的, 旺盛的, 熱烈的
(名) 夥伴們, 朋友們

Αγγλικά → Χίντι - hearty

προφορά
a. दिली, हादिर्क, उद्योगी, व्यवसायिक, फुरतीला

Αγγλικά → Ιαπωνικά - hearty

προφορά
(名) (古語)仲間; 船乗り
(形) 心からの; 正直な; 熱狂的な; 献身的な; 力強い; 健康な; 豊富な

Αγγλικά → Κορεατικά - hearty

προφορά
형. 애정어린; 신실한, 진실한; 열정적인; 헌신적으로, 진심으로; 열열한; 건강한; 풍분한

Αγγλικά → Βιετναμικά - hearty

προφορά
n. cường tráng
a. thật tình, thật lòng, thành tâm, thành thật, mạnh khỏe, tráng kiện


dictionary extension
© dictionarist.com