Αγγλικά → Ελληνικά - hearten

προφορά
ρήμ. εγκαρδιώ, ενθαρρύνω

Αγγλικά → Αγγλικά - hearten

προφορά
v. comfort; encourage; cheer

Αγγλικά → Γαλλικά - hearten

προφορά
v. encourager, donner du courage

Αγγλικά → Γερμανικά - hearten

προφορά
v. ermutigen, aufmuntern

Αγγλικά → Ινδονησιακά - hearten

προφορά
v. membesarkan hati, menggembirakan, menghibur, melipur, memberi semangat

Αγγλικά → Ιταλικά - hearten

προφορά
v. rincorare, incoraggiare; rianimare

Αγγλικά → Πολωνικά - hearten

προφορά
v. otucha: dodawać otuchy, dopingować {przen.}

Αγγλικά → Πορτογαλικά - hearten

προφορά
v. encorajar

Αγγλικά → Ρουμανικά - hearten

προφορά
v. încuraja, însufleţi

Αγγλικά → Ρωσικά - hearten

προφορά
г. ободрять, удобрять

Αγγλικά → Ισπανικά - hearten

προφορά
v. alentar, animar, envalentonar

Αγγλικά → Τουρκικά - hearten

προφορά
f. cesaretlendirmek, yüreklendirmek, sevindirmek, canlandırmak, neşelendirmek, moral vermek

Αγγλικά → Ουκρανικά - hearten

προφορά
v. підбадьорювати, удобрювати

Αγγλικά → Ολλανδικά - hearten

προφορά
ww. opvrolijken

Αγγλικά → Αραβικά - hearten

προφορά
‏شجع، شد العزم‏

Αγγλικά → Κινεζικά - hearten

προφορά
(动) 鼓起勇气, 激励

Αγγλικά → Κινεζικά - hearten

προφορά
(動) 鼓起勇氣, 激勵

Αγγλικά → Χίντι - hearten

προφορά
v. शाबाशी करना, प्रशंसा करना, खाद डालना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - hearten

προφορά
(動) 慰める; 励ます; 元気付ける

Αγγλικά → Κορεατικά - hearten

προφορά
동. 위로하다; 기운을 북돋우다

Αγγλικά → Βιετναμικά - hearten

προφορά
v. khuyến khích, phấn khởi


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: heartening
Present: hearten (3.person: heartens)
Past: heartened
Future: will hearten
Present conditional: would hearten
Present Perfect: have heartened (3.person: has heartened)
Past Perfect: had heartened
Future Perfect: will have heartened
Past conditional: would have heartened
© dictionarist.com