Αγγλικά → Ελληνικά - hearsay

προφορά
ουσ. διάδοση, φήμη

Αγγλικά → Αγγλικά - hearsay

προφορά
n. rumor, gossip, unofficial information received by word of mouth
adj. of or pertaining to hearsay

Αγγλικά → Γαλλικά - hearsay

προφορά
n. rumeur, médisance, commérage
adj. de rumeur

Αγγλικά → Γερμανικά - hearsay

προφορά
n. Hörensagen, Gerede
adj. laut Hörensagen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - hearsay

προφορά
n. kabar angin, desas-desus, sas-sus, apa yg didengar
a. berpangkal: yg berpangkal pd kabar angin, bertolak: yg bertolak dr kabar orang

Αγγλικά → Ιταλικά - hearsay

προφορά
s. diceria, voce, pettegolezzo
agg. sentito parlare

Αγγλικά → Πολωνικά - hearsay

προφορά
n. pogłoska, wieść

Αγγλικά → Πορτογαλικά - hearsay

προφορά
s. boato, rumor
adj. boato, rumor, fama

Αγγλικά → Ρουμανικά - hearsay

προφορά
n. rumoare, zvon
adv. auzit: din auzite

Αγγλικά → Ρωσικά - hearsay

προφορά
с. молва, слух, основанный на слухах
прил. основанный на слухах

Αγγλικά → Ισπανικά - hearsay

προφορά
s. rumor, cañutazo, habladurías
adj. de rumor, de habladuría

Αγγλικά → Τουρκικά - hearsay

προφορά
i. söylenti, dedikodu, kulaktan dolma bilgi

Αγγλικά → Ουκρανικά - hearsay

προφορά
n. чутка, поговір, чуйка

Αγγλικά → Ολλανδικά - hearsay

προφορά
bn. praatjes, geruchten

Αγγλικά → Αραβικά - hearsay

προφορά
‏إشاعة‏

Αγγλικά → Κινεζικά - hearsay

προφορά
(名) 谣言; 道听途说; 传闻

Αγγλικά → Κινεζικά - hearsay

προφορά
(名) 謠言; 道聽途說; 傳聞

Αγγλικά → Χίντι - hearsay

προφορά
n. अफ़वाह, चर्चा, गप्प
a. अफ़वाह से पता लगा

Αγγλικά → Ιαπωνικά - hearsay

προφορά
(名) うわさ
(形) うわさの

Αγγλικά → Κορεατικά - hearsay

προφορά
명. 풍문, 소문
형. 풍문의

Αγγλικά → Βιετναμικά - hearsay

προφορά
n. tin đồn, tin giả
a. lời phao tin


dictionary extension
© dictionarist.com