Αγγλικά → Ελληνικά - healthy

προφορά
επίθ. υγιεινός, υγιής

Αγγλικά → Αγγλικά - healthy

προφορά
adj. well, not sick, sound, in good health

Αγγλικά → Γαλλικά - healthy

προφορά
adj. sain, en bonne santé, bien portant

Αγγλικά → Γερμανικά - healthy

προφορά
adj. gesund, nicht krank

Αγγλικά → Ινδονησιακά - healthy

προφορά
a. sehat, segar, waras, menyegarkan: yg menyegarkan, nyaman, baik, subur

Αγγλικά → Ιταλικά - healthy

προφορά
agg. sano, in buona salute; salutare, salubre, igienico; (fig) prospero, fiorente, florido; benefico; onesto

Αγγλικά → Πολωνικά - healthy

προφορά
a. higieniczny, zdrowy, zdrów

Αγγλικά → Πορτογαλικά - healthy

προφορά
adj. saudável

Αγγλικά → Ρουμανικά - healthy

προφορά
a. sănătos, voinic, vânjos, zdravăn

Αγγλικά → Ρωσικά - healthy

προφορά
прил. здоровый, здравый, полезный, жизнеспособный, разумный, безопасный, большой, значительный, нравственный

Αγγλικά → Ισπανικά - healthy

προφορά
adj. saludable, bien de salud, lozano, salubre, sano

Αγγλικά → Τουρκικά - healthy

προφορά
s. sağlıklı, sağlığa yarar, sağlığa yararlı, kuvvetli, yararlı, sağlam, büyük, önemli, demir gibi

Αγγλικά → Ουκρανικά - healthy

προφορά
a. здоровий, життєздатний, розсудливий, добродушна, квітучий, цілющий

Αγγλικά → Ολλανδικά - healthy

προφορά
bn. gezond

Αγγλικά → Αραβικά - healthy

προφορά
‏في تمام الصحة، صحي، متمتع بالصحة، معافى‏

Αγγλικά → Κινεζικά - healthy

προφορά
(形) 健康的; 有益于健康的; 健壮的

Αγγλικά → Κινεζικά - healthy

προφορά
(形) 健康的; 有益於健康的; 健壯的

Αγγλικά → Χίντι - healthy

προφορά
a. स्वस्थ, रोगरहित, निरोग, तंदुरुस्त, नीरोग, चंगा

Αγγλικά → Ιαπωνικά - healthy

προφορά
(形) 健康な; 健全な; 活き活きした

Αγγλικά → Κορεατικά - healthy

προφορά
형. 건강한, 아프지 않은, 건강에 좋은, 건전한

Αγγλικά → Βιετναμικά - healthy

προφορά
a. khỏe mạnh, lành mạnh, tráng kiện, hợp vệ sinh, sạch sẻ, cường tráng, bỗ sức


dictionary extension
© dictionarist.com