Αγγλικά → Ελληνικά - harsh

προφορά
επίθ. δριμύς, στρυφνός, τραχύς, άγριος

Αγγλικά → Αγγλικά - harsh

προφορά
adj. rough, coarse; unpleasant (to taste, hear or see); cruel

Αγγλικά → Γαλλικά - harsh

προφορά
adj. dur, rude, rêche; grossier, strident; cruel

Αγγλικά → Γερμανικά - harsh

προφορά
adj. hart, roh; verletzend; grausam

Αγγλικά → Ινδονησιακά - harsh

προφορά
a. kasar, keras, parau, tajam, kejam, lalim, bengis

Αγγλικά → Ιταλικά - harsh

προφορά
agg. duro, severo, rigoroso; rigido, freddissimo, crudo; aspro, sgradevole, stridulo; ruvido, scabro; agro e irritante; acre, pungente

Αγγλικά → Πολωνικά - harsh

προφορά
a. szorstki, chropawy, chrapliwy, niemiły, cierpki, opryskliwy, przykry, zgryźliwy, macoszy, ostry, kwaśny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - harsh

προφορά
adj. duro, áspero; rude, grosso; pungente; cruel

Αγγλικά → Ρουμανικά - harsh

προφορά
a. aspru, rugos, crud, dur, sever, sălbatic, neîndurător, nemilos, apăsător, împietrit, abrupt, biciuitor, jignitor, răstit, pătrunzător {fig.}, ridicat, ţipător, vârtos, strident, spart, câinesc, rigid

Αγγλικά → Ρωσικά - harsh

προφορά
прил. грубый, жесткий, шероховатый, резкий, неприятный, терпкий, суровый, строгий

Αγγλικά → Ισπανικά - harsh

προφορά
adj. áspero, acerbo, adusto, anodino, bronco, brutal, cargoso, cascarrón, desapacible, destemplado, enojoso, escabroso, rudo; chillón; duro

Αγγλικά → Τουρκικά - harsh

προφορά
s. sert, kaba, kırıcı, acı, şiddetli, kulakları tırmalayan, göz kamaştırıcı, haşin, ağır, acımasız

Αγγλικά → Ουκρανικά - harsh

προφορά
a. жорсткий, різкий

Αγγλικά → Ολλανδικά - harsh

προφορά
bn. hard, grof; pijnlijk (voor het gehoor); wreed

Αγγλικά → Αραβικά - harsh

προφορά
‏لاذع، أجش، جاف، شظف، صعب، قاس، قاس صلب، مزعج، فظ، قاسي‏

Αγγλικά → Κινεζικά - harsh

προφορά
(形) 粗糙的, 严厉的, 刺耳的

Αγγλικά → Κινεζικά - harsh

προφορά
(形) 粗糙的, 嚴厲的, 刺耳的

Αγγλικά → Χίντι - harsh

προφορά
a. रूखा, खरछरा, कड़ा, कठोर, निष्ठुर, तेज़, कसैला, खट्टा

Αγγλικά → Ιαπωνικά - harsh

προφορά
(形) 不快な; 厳しい

Αγγλικά → Κορεατικά - harsh

προφορά
형. 거친, 조악한; 불쾌한; 잔인한

Αγγλικά → Βιετναμικά - harsh

προφορά
a. thô, nhám, chát đắng, xù xì


© dictionarist.com