Αγγλικά → Ελληνικά - hardy

προφορά
επίθ. αντέχων, τολμηρός, σκληραγωγημένος

Αγγλικά → Αγγλικά - hardy

προφορά
adj. strong; brave, bold; robust, sturdy, able to survive or endure unfavorable conditions

Αγγλικά → Γαλλικά - hardy

προφορά
adj. endurci; vigoureux; robuste; résistant au froid

Αγγλικά → Γερμανικά - hardy

προφορά
adj. kühn; winterhart; abgehärtet, robust

Αγγλικά → Ινδονησιακά - hardy

προφορά
n. pahat tukang tempa, pahat penempa
a. tahan, tabah, kuat, tahan embun beku, berani, lancang mulut

Αγγλικά → Ιταλικά - hardy

προφορά
agg. forte, robusto; (Giard) rustico; coraggioso, intrepido; ardito, audace

Αγγλικά → Πολωνικά - hardy

προφορά
a. silny, trwały, odporny, wytrzymały, zimnotrwały, niepożyty

Αγγλικά → Πορτογαλικά - hardy

προφορά
adj. forte, audaz, ousado; imune ao frio

Αγγλικά → Ρουμανικά - hardy

προφορά
a. cutezător, îndrăzneţ, rezistent, robust, viguros, vivace, voinic

Αγγλικά → Ρωσικά - hardy

προφορά
прил. выносливый, стойкий, закаленный

Αγγλικά → Ισπανικά - hardy

προφορά
adj. fuerte, duro, robusto, vigoroso

Αγγλικά → Τουρκικά - hardy

προφορά
s. dayanıklı, güçlü kuvvetli, cesur, yürekli, gözüpek, yüzsüz, arsız, cüretkâr, atılgan

Αγγλικά → Ουκρανικά - hardy

προφορά
a. витривалий, морозостійкий, відважний, міцний

Πολωνικά → Αγγλικά - hardy

a. haughty, proud, supercilious, lofty, arrogant, cheeky, overbearing

Αγγλικά → Ολλανδικά - hardy

προφορά
bn. sterk, robuust; bestend tegen kou

Αγγλικά → Αραβικά - hardy

προφορά
‏جرىء، جسور، شجاع، قوي، شديد القدرة على الاحتمال، وقح‏

Αγγλικά → Κινεζικά - hardy

προφορά
(形) 能吃苦耐劳的; 坚强的; 强壮的; 耐寒的

Αγγλικά → Κινεζικά - hardy

προφορά
(形) 能吃苦耐勞的; 堅強的; 強壯的; 耐寒的

Αγγλικά → Χίντι - hardy

προφορά
a. साहसी, वीर, बलशाली

Αγγλικά → Ιαπωνικά - hardy

προφορά
(形) 強い; 勇敢な; 頑丈な; 耐寒性の

Αγγλικά → Κορεατικά - hardy

προφορά
형. 강한; 용감한, 대담한; 견고한, 가난에 견디는, 고통에 견디는,

Αγγλικά → Βιετναμικά - hardy

προφορά
n. đe của thợ rèn
a. can đảm, dũng cảm, gan dạ, gan lì, khỏe mạnh, sự cực khổ, có thể chịu đựng


dictionary extension
© dictionarist.com