Αγγλικά → Ελληνικά - hardhearted

προφορά
επίθ. σκληρόκαρδος

Αγγλικά → Αγγλικά - hardhearted

προφορά
adj. callous, unsympathetic, unmerciful

Αγγλικά → Γαλλικά - hardhearted

προφορά
adj. impitoyable; sans pitié

Αγγλικά → Γερμανικά - hardhearted

προφορά
adj. hartherzig, gnadenlos

Αγγλικά → Ιταλικά - hardhearted

προφορά
agg. duro, crudele, spietato; insensibile

Αγγλικά → Πορτογαλικά - hardhearted

προφορά
adj. duro, cruel

Αγγλικά → Ρωσικά - hardhearted

προφορά
прил. жестокосердный

Αγγλικά → Ισπανικά - hardhearted

προφορά
adj. duro de corazón, endurecido, insensible, sin corazón

Αγγλικά → Τουρκικά - hardhearted

προφορά
s. katı yürekli, acımasız, kalpsiz.

Αγγλικά → Ολλανδικά - hardhearted

προφορά
bn. hardvochtig

Αγγλικά → Κινεζικά - hardhearted

προφορά
(形) 无情的; 心肠硬的; 冷酷的

Αγγλικά → Κινεζικά - hardhearted

προφορά
(形) 無情的; 心腸硬的; 冷酷的

Αγγλικά → Ιαπωνικά - hardhearted

προφορά
(形) 無情な

Αγγλικά → Κορεατικά - hardhearted

προφορά
형. 무정한, 무자비한


© dictionarist.com