Αγγλικά → Ελληνικά - hale

προφορά
ρήμ. σύρω
επίθ. υγιής, γερός

Αγγλικά → Αγγλικά - hale

προφορά
v. force, compel; drag, haul, pull
adj. robust, healthy; disease-free
v. haul in, tow; kedge, move a boat by pulling on a rope connected to an anchor (Nautical)

Αγγλικά → Γαλλικά - hale

προφορά
v. tirer vigoureusement, traîner
adj. vigoureux

Αγγλικά → Γερμανικά - hale

προφορά
v. zwingen; ziehen; schleppen
adj. gesund, kräftig, robust

Αγγλικά → Ινδονησιακά - hale

προφορά
v. membawa dgn paksa, memaksa pergi
a. sehat, kuat

Αγγλικά → Ιταλικά - hale

προφορά
v. tirare; trascinare, condurre a forza
agg. sano, vegeto, vigoroso, gagliardo

Αγγλικά → Πολωνικά - hale

προφορά
a. zdrów, krzepki, zdrowy, akustyczny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - hale

προφορά
v. puxar com força, arrastar
adj. saudável

Αγγλικά → Ρουμανικά - hale

προφορά
v. trage cu forţă
a. robust, sănătos, viguros

Αγγλικά → Ρωσικά - hale

προφορά
г. тащить, тянуть
прил. здоровый, крепкий

Αγγλικά → Ισπανικά - hale

προφορά
v. atraer violentamente, arrastrar con violencia
adj. sano, robusto

Αγγλικά → Τουρκικά - hale

προφορά
f. sürüklemek
s. sağlam, dinç, zinde

Αγγλικά → Ουκρανικά - hale

προφορά
v. тягти
a. здоровий, сильний, матерний

Γαλλικά → Αγγλικά - hale

προφορά
[hâle (m) n. tan, brownish color acquired by the skin through exposure to the sun's rays

Ισπανικά → Αγγλικά - hale

προφορά
[hale] interj. hoy; come on; hurry up!; heave

Τουρκικά → Αγγλικά - hale

προφορά
v. force, compel; drag, haul, pull
adj. robust, healthy; disease-free
v. haul in, tow; kedge, move a boat by pulling on a rope connected to an anchor (Nautical)

Αγγλικά → Ολλανδικά - hale

προφορά
ww. slepen, met kracht trekken
bn. gezond

Γαλλικά → Τουρκικά - hale

προφορά
auréole [la], halo [le]

Τουρκικά → Γαλλικά - hale

προφορά
auréole [la], halo [le]

Τουρκικά → Γερμανικά - hale

προφορά
n. Gloriole, Halo, Heiligenschein, Hof, Nimbus

Τουρκικά → Ρωσικά - hale

προφορά
n. гало (N), нимб (M), венец (M), тетя (F)

Αγγλικά → Αραβικά - hale

προφορά
‏جذب‏
‏سليم، صحيح، معافى‏

Αγγλικά → Κινεζικά - hale

προφορά
(动) 强拉; 硬拖
(形) 健壮的; 矍铄的

Αγγλικά → Κινεζικά - hale

προφορά
(動) 強拉; 硬拖
(形) 健壯的; 矍鑠的

Αγγλικά → Χίντι - hale

προφορά
a. हट्टा कट्टा, तन्दुरुस्त

Αγγλικά → Ιαπωνικά - hale

προφορά
(形) 強壮な
(動) 強要する; 強く引く; 無理に行かせる

Αγγλικά → Κορεατικά - hale

προφορά
형. 건장한

Αγγλικά → Βιετναμικά - hale

προφορά
a. mạnh mẻ, mạnh khỏe, cường tráng


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: haling
Present: hale (3.person: hales)
Past: haled
Future: will hale
Present conditional: would hale
Present Perfect: have haled (3.person: has haled)
Past Perfect: had haled
Future Perfect: will have haled
Past conditional: would have haled
© dictionarist.com