Αγγλικά → Ελληνικά - habit

προφορά
ουσ. συνήθεια, ένδυμα, ενδυμασία

Αγγλικά → Αγγλικά - habit

προφορά
n. custom, something that one is used to doing
n. costume, tail coat, garment, habit, tails

Αγγλικά → Γαλλικά - habit

προφορά
n. habitude, coutûme; habit

Αγγλικά → Γερμανικά - habit

προφορά
n. Sitte, Gewohnheit; Gewand

Αγγλικά → Ινδονησιακά - habit

προφορά
n. kebiasaan, adat kebiasaan, gelagat, jiwa: keadaan badan atau jiwa, rupa, pakaian
v. mengenakan

Αγγλικά → Ιταλικά - habit

προφορά
s. abitudine, costume, consuetudine; vezzo, vizio; carattere, temperamento; abito, vestito; costume da amazzone

Αγγλικά → Πολωνικά - habit

προφορά
n. zwyczaj, przyzwyczajenie, nawyk, nałóg, obyczaj, habit zakonny, maniery, pokrój drzewa

Αγγλικά → Πορτογαλικά - habit

προφορά
s. hábito, uso, costume; uniforme

Αγγλικά → Ρουμανικά - habit

προφορά
n. obicei, dat, obişnuinţă, deprindere, apucătură, purtare, comportare, conduită, nărav, aspect exterior, constituţie fizică, veşmânt, veşminte
v. îmbrăca, înveşmânta, locui

Αγγλικά → Ρωσικά - habit

προφορά
с. привычка, повадка, обычай, обыкновение, черта, характерная черта, свойство, особенность; характер развития; облачение, одеяние; костюм для верховой езды

Αγγλικά → Ισπανικά - habit

προφορά
s. hábito, costumbre, costumbrismo, tradición, usanza

Αγγλικά → Τουρκικά - habit

προφορά
i. alışkanlık, adet, huy, yapı, kafa yapısı, bağımlılık, elbise, kıyafet, yaşam biçimi

Αγγλικά → Ουκρανικά - habit

προφορά
n. звичка, звичай, характер, звик, мода, навичка, норов
v. одягати, населяти

Γαλλικά → Αγγλικά - habit

προφορά
(m) n. costume, tail coat, garment, habit, tails

Γερμανικά → Αγγλικά - habit

προφορά
n. custom, something that one is used to doing

Αγγλικά → Ολλανδικά - habit

προφορά
zn. gewoonte, gebruik; habijt (van priesters en nonnen)

Γαλλικά → Γερμανικά - habit

προφορά
n. bekleidung, kleidung, kluft, ordenstracht, anzug, frack, ornat, kleid: kleider

Γαλλικά → Ιταλικά - habit

προφορά
1. (tenue de cérémonie) marsina (f); frac {invariable}; giacca a coda di rondine
2. (tenue de cérémonie - homme) frac {invariable}; marsina (f)
3. (vêtements) abito (m)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - habit

προφορά
1. (tenue de cérémonie) fraque (m)
2. (tenue de cérémonie - homme) fraque (m)
3. (vêtements) vestimenta (f); traje (m)

Γαλλικά → Ρωσικά - habit

προφορά
n. предмет одежды (m)

Γαλλικά → Ισπανικά - habit

προφορά
1. (tenue de cérémonie) frac (m); chaqué (m)
2. (tenue de cérémonie - homme) frac (m); traje de etiqueta
3. (vêtements) vestidura (f)

Γαλλικά → Τουρκικά - habit

προφορά
[le] elbise, giysi

Γαλλικά → Ολλανδικά - habit

προφορά
1. (tenue de cérémonie) rok (m); jacquet (m/f/n); pandjesjas (m/f)
2. (tenue de cérémonie - homme) rokkostuum (n); jacquet-kostuum (n)
3. (vêtements) gewaad (n)

Αγγλικά → Αραβικά - habit

προφορά
‏بذلة ركوب الخيل، خلق، رداء، روتين، سلوك، شيمة، طبع، طريقة مميزة، عادة، عرف‏

Αγγλικά → Κινεζικά - habit

προφορά
(名) 习惯, 习性, 嗜好

Αγγλικά → Κινεζικά - habit

προφορά
(名) 習慣, 習性, 嗜好

Αγγλικά → Χίντι - habit

προφορά
n. आदत, चसका, अभ्यास, स्वभाव, व्यवहार, मुहावरा, पोशक
v. पहनाना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - habit

προφορά
(名) 癖; 習慣; 習性

Αγγλικά → Κορεατικά - habit

προφορά
명. 버릇, 습관

Αγγλικά → Βιετναμικά - habit

προφορά
n. thói quen, thói thường, lệ thường, tập quán, tánh tình, khí thế, cách mọc lên, áo bà phước, nhiểm thói quen
v. mặc quần áo, bận quần áo, tập quán


Χρονοι ρηματων

Present participle: habiting
Present: habit (3.person: habits)
Past: habited
Future: will habit
Present conditional: would habit
Present Perfect: have habited (3.person: has habited)
Past Perfect: had habited
Future Perfect: will have habited
Past conditional: would have habited
© dictionarist.com