Πορτογαλικά → Αγγλικά - habilitado

προφορά
adj. licensed, adept

Ισπανικά → Αγγλικά - habilitado

προφορά
n. paymaster, one who pays salaries

Πορτογαλικά → Γαλλικά - habilitado

προφορά
1. (diploma) diplômé; qualifié; habilité; compétent
2. (pessoa) qualifié; éligible

Ισπανικά → Γαλλικά - habilitado

προφορά
1. (permiso) autorisé; permis; habilité
2. (militar) trésorier (m)

Ισπανικά → Γερμανικά - habilitado

προφορά
n. bevollmächtigte, quästor, zahlmeister
a. berechtigt, befugt


dictionary extension
© dictionarist.com