Πορτογαλικά → Αγγλικά - hábito

προφορά
(m) n. habit, habitude; inurement, observance; rote, routine; fashion, manner; addiction, inveteracy

Ισπανικά → Αγγλικά - hábito

προφορά
[hábito (m)] n. robe; habit; trick

Πορτογαλικά → Γαλλικά - hábito

προφορά
1. (religião - vestimenta) froc (m); bure (f)
2. (narcóticos) accoutumance (f)
3. (geral) pratique (f); habitude (f); coutume (m); accoutumance (f) 4. (costume) habitude (f); coutume (f); usage (m)

Ισπανικά → Γαλλικά - hábito

προφορά
1. (religión - vestimenta) froc (m); bure (f)
2. (drogas) accoutumance (f)
3. (general) accoutumance (f); habitude (f) 4. (costumbre) habitude (f); coutume (f); usage (m)

Ισπανικά → Γερμανικά - hábito

προφορά
n. gewohnheit, angewohnheit, gebrauch, sitte, habitus, kleid, rock, kutte, mönchskutte

Ισπανικά → Ρωσικά - hábito

προφορά
n. привычка, навык, обычай, замашка

Ισπανικά → Κορεατικά - hábito

προφορά
n. 버릇


dictionary extension
© dictionarist.com