Αγγλικά → Ελληνικά - gusto

προφορά
ουσ. ηδονή, ζέση, απόλαυση

Αγγλικά → Αγγλικά - gusto

προφορά
n. enthusiasm, great enjoyment, zest; personal preference or taste
n. gusto, enthusiasm, great enjoyment, zest; personal preference or taste
v. taste, enjoy, relish, try, savor, get pleasure from

Αγγλικά → Γαλλικά - gusto

προφορά
n. enthousiasme; désir intense; entrain, vivacité; goût personnel, préférence particulière

Αγγλικά → Γερμανικά - gusto

προφορά
n. Begeisterung; Genuß, Gusto, Geschmack

Αγγλικά → Ινδονησιακά - gusto

προφορά
n. nafsu, semangat, animo

Αγγλικά → Ιταλικά - gusto

προφορά
s. gusto; entusiasmo, fervore, godimento

Αγγλικά → Πολωνικά - gusto

προφορά
n. werwa, zapał, przyjemność, ferwor

Αγγλικά → Πορτογαλικά - gusto

προφορά
s. excitação, animação; grande desejo; gosto especial

Αγγλικά → Ρουμανικά - gusto

προφορά
n. entuziasm, plăcere, bucurie, gust, vervă

Αγγλικά → Ρωσικά - gusto

προφορά
с. смак, удовольствие

Αγγλικά → Ισπανικά - gusto

προφορά
s. gusto, entusiasmo, placer

Αγγλικά → Τουρκικά - gusto

προφορά
i. zevk, haz, ağız tadı, doyum

Αγγλικά → Ουκρανικά - gusto

προφορά
n. задоволення, смак, інтерес

Γερμανικά → Αγγλικά - gusto

προφορά
n. enthusiasm, great enjoyment, zest; personal preference or taste

Ιταλικά → Αγγλικά - gusto

προφορά
n. taste, palate, savour, savor, smack, flavour, flavor, spice, enjoyment, relish, zest, gusto, kick, fancy, liking

Ισπανικά → Αγγλικά - gusto

προφορά
[gusto (m)] n. taste, flavor; pleasure; zing; liking, fancy; favoritism

Τουρκικά → Αγγλικά - gusto

n. enthusiasm, great enjoyment, zest; personal preference or taste
n. gusto, enthusiasm, great enjoyment, zest; personal preference or taste
v. taste, enjoy, relish, try, savor, get pleasure from

Αγγλικά → Ολλανδικά - gusto

προφορά
zn. geestdrift; enthousiasme; smaak

Γερμανικά → Γαλλικά - gusto

προφορά
n. idée (f)

Γερμανικά → Ρωσικά - gusto

προφορά
n. вкус (m)

Ιταλικά → Γαλλικά - gusto

προφορά
1. (somiglianza) pointe (f); soupçon (m); ombre (f); reflet (m); trace (f); brin (m) 2. (moda) goût (m)
3. (stato emozionale) plaisir (m) 4. (fisiologia) goût (m)
5. (culinario) goût (m); saveur (f)

Ιταλικά → Γερμανικά - gusto

προφορά
n. freude, vorliebe, manier, geschmack, gefallen, behagen

Ισπανικά → Γαλλικά - gusto

προφορά
1. (parecido) pointe (f); soupçon (m); ombre (f); reflet (m); trace (f); brin (m) 2. (preferencia) goût (m); penchant (m)
3. (moda) goût (m) 4. (estado emocional) plaisir (m)
5. (fisiología) goût (m) 6. (culinario) goût (m); saveur (f)

Ισπανικά → Γερμανικά - gusto

προφορά
n. geschmack, gefallen, vorliebe, belieben, vergnügen, behagen, lust, sinn, geschmackssinn, schärfe

Ισπανικά → Ρωσικά - gusto

προφορά
n. вкус, удовольствие

Τουρκικά → Γερμανικά - gusto

Geschmack

Αγγλικά → Αραβικά - gusto

προφορά
‏ميل، ذوق لباقة، إستمتاع، تقدير شديد، حيوية بالغة‏

Αγγλικά → Κινεζικά - gusto

προφορά
(名) 爱好, 由衷的高兴, 嗜好

Αγγλικά → Κινεζικά - gusto

προφορά
(名) 愛好, 由衷的高興, 嗜好

Αγγλικά → Χίντι - gusto

προφορά
n. मज़ा, स्वाद, रुचि, झुकाव, ख़ुशी, आनंद, तुष्टि

Αγγλικά → Ιαπωνικά - gusto

προφορά
(名) 喜び; 嗜好; 熱意

Αγγλικά → Κορεατικά - gusto

προφορά
명. 좋아함, 맛

Αγγλικά → Βιετναμικά - gusto

προφορά
n. thú làm việc, lạc thú, sở thích

Ισπανικά → Κορεατικά - gusto

προφορά
n. 맛, 쾌락, 운치


dictionary extension
© dictionarist.com