Αγγλικά → Ελληνικά - grouchy

προφορά
ουσ. γκρινιάρης

Αγγλικά → Αγγλικά - grouchy

προφορά
adj. ill-tempered; irritable

Αγγλικά → Γαλλικά - grouchy

προφορά
adj. de mauvais poil, énervé, grogneur; râleur; iritable

Αγγλικά → Γερμανικά - grouchy

προφορά
adj. griesgrämig; schlecht gelaunt

Αγγλικά → Ινδονησιακά - grouchy

προφορά
a. bersungut-sungut: yg bersungut-sungut, bersungut: yg bersungut, menggerutu: yg menggerutu, marah: lekas marah

Αγγλικά → Ιταλικά - grouchy

προφορά
agg. (fam) di cattivo umore; brontolone

Αγγλικά → Πολωνικά - grouchy

προφορά
a. zrzędliwy

Αγγλικά → Πορτογαλικά - grouchy

προφορά
adj. queixado; nervoso

Αγγλικά → Ρωσικά - grouchy

προφορά
прил. ворчливый, брюзгливый

Αγγλικά → Ισπανικά - grouchy

προφορά
adj. gruñón, rezongador

Αγγλικά → Τουρκικά - grouchy

προφορά
s. huysuz, mızmız, suratsız, hiç memnun olmayan

Αγγλικά → Ουκρανικά - grouchy

προφορά
a. буркотливий

Αγγλικά → Ολλανδικά - grouchy

προφορά
bn. humeurig; geërgerd

Αγγλικά → Αραβικά - grouchy

προφορά
‏متذمر، عابس، ضيق الخلق، متبرم، حانق‏

Αγγλικά → Κινεζικά - grouchy

προφορά
(形) 爱抱怨的; 不平的; 不高兴的

Αγγλικά → Κινεζικά - grouchy

προφορά
(形) 愛抱怨的; 不平的; 不高興的

Αγγλικά → Ιαπωνικά - grouchy

προφορά
(形) 愚痴っぽい; 不機嫌な

Αγγλικά → Κορεατικά - grouchy

προφορά
형. 성격이 나쁜; 짜증내는

Αγγλικά → Βιετναμικά - grouchy

προφορά
a. càu nhàu, nhăn nhó, cằn nhằn


dictionary extension
© dictionarist.com