Αγγλικά → Ελληνικά - grieve

προφορά
ρήμ. λυπούμαι, θλίβομαι, θλίβω

Αγγλικά → Αγγλικά - grieve

προφορά
v. cause sorrow; sorrow, mourn

Αγγλικά → Γαλλικά - grieve

προφορά
v. chagriner; affliger; peiner

Αγγλικά → Γερμανικά - grieve

προφορά
v. bedauern; trauern; bekümmern

Αγγλικά → Ινδονησιακά - grieve

προφορά
v. menyedihkan, memuramkan, memilukan, bersedih hati, bersedih, berduka cita

Αγγλικά → Ιταλικά - grieve

προφορά
v. addolorarsi, affliggersi, rattristarsi, accorarsi

Αγγλικά → Πολωνικά - grieve

προφορά
v. smucić, zmartwić, ubolewać, smucić się, martwić się, smęcić się, boleć

Αγγλικά → Πορτογαλικά - grieve

προφορά
v. sentir pesar; enlutar-se; sofrer

Αγγλικά → Ρουμανικά - grieve

προφορά
v. întrista, întrista: se întrista, mâhni, mâhni: se mâhni, durea, îndurera, îndolia, mohorî, plânge {fig.}, supăra, necăji, dezola, afecta, cătrăni {fig.}

Αγγλικά → Ρωσικά - grieve

προφορά
г. огорчать, глубоко опечаливать, горевать, кручиниться

Αγγλικά → Ισπανικά - grieve

προφορά
v. acongojarse, amurriarse, apenarse, apesadumbrarse, atribularse, condolerse, encuitarse, entristecerse, ponerse triste; afligir, acuitar, angustiar, compungir, contristar, desconsolar, lamentarse

Αγγλικά → Τουρκικά - grieve

προφορά
f. üzmek, kederlendirmek, dert vermek, üzülmek

Αγγλικά → Ουκρανικά - grieve

προφορά
n. згризота
v. засмучувати, горювати, журити, зажурити, згризати, нудьгувати, печалити, печалитися, смутити, сумувати

Αγγλικά → Ολλανδικά - grieve

προφορά
ww. verdriet hebben; rouwen; spijt hebben

Αγγλικά → Αραβικά - grieve

προφορά
‏تعزية‏
‏اكمد، حزن، أسف‏

Αγγλικά → Κινεζικά - grieve

προφορά
(动) 使悲伤; 使苦恼; 悲伤; 哀悼

Αγγλικά → Κινεζικά - grieve

προφορά
(動) 使悲傷; 使苦惱; 悲傷; 哀悼

Αγγλικά → Χίντι - grieve

προφορά
v. दुःख देना, पीड़ा देना, पीड़ा पाना, शोक करना, शोक मानना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - grieve

προφορά
(動) 悲しむ; 悲しませる

Αγγλικά → Κορεατικά - grieve

προφορά
동. 슬픔에 잠기게 하다; 몹시 슬퍼하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - grieve

προφορά
v. đau khổ, đau đớn


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: grieving
Present: grieve (3.person: grieves)
Past: grieved
Future: will grieve
Present conditional: would grieve
Present Perfect: have grieved (3.person: has grieved)
Past Perfect: had grieved
Future Perfect: will have grieved
Past conditional: would have grieved
© dictionarist.com