Γαλλικά → Αγγλικά - grande

προφορά
[grand] adj. big, tall, high; broad, wide; spacious, roomy; great, large, substantial; noble, good; loud

Γερμανικά → Αγγλικά - grande

προφορά
adj. large, big (French)

Ιταλικά → Αγγλικά - grande

προφορά
adj. large, big, great, wide; grown-up, adult, major; strong, grand

Πορτογαλικά → Αγγλικά - grande

προφορά
adj. goodly, big, great, all-embracing, almiohtv

Ισπανικά → Αγγλικά - grande

προφορά
adj. big, large, tall, colossal, oioantic

Ολλανδικά → Αγγλικά - grande

προφορά
n. grandee

Γερμανικά → Ισπανικά - grande

προφορά
n. grande (m)

Ιταλικά → Γαλλικά - grande

προφορά
1. (generale) grand
2. (dimensione) grand; gros; énorme
3. (importanza) grand; important; majeur 4. (grado) grand; grave; flagrant; excellent

Ιταλικά → Γερμανικά - grande

προφορά
n. kapitän, erwachsene
adj. groß, lang, weit, geräumig, tief, hoch, hohe, dick, viel, erwachsen, krass, heidenmäßig, großangelegt, stark, lausig, rechtschaffen, reich, zahlreich, heftig, kräftig, stürmisch, klotzig, scharf, ernst, ernstlich, schwer, wichtig ,

Πορτογαλικά → Γαλλικά - grande

προφορά
1. (geral) grand 2. (estilo) grandiose 3. (experiência) vaste; grand; très étendu
4. (área) vaste; étendu 5. (espaço) vaste; spacieux; ample 6. (competição) fort; intense
7. (tamanho) grand; gros; énorme; volumineux; encombrant 8. (importância) grand; important; majeur

Ισπανικά → Γαλλικά - grande

προφορά
1. (general) grand 2. (espacio) vaste; spacieux; ample
3. (tamaño) grand; gros; énorme 4. (importancia) grand; important; majeur
5. (grado) grand; grave; flagrant 6. (cantidad) lourd

Ισπανικά → Γερμανικά - grande

προφορά
n. grande
a. groß, hoch, weit, erwachsen, alt: älter, bedeutend, wichtig, stark, gut, großartig, großzügig, vornehm, luxuriös

Ισπανικά → Ρωσικά - grande

προφορά
adj. большой, великий

Γερμανικά → Κινεζικά - grande

προφορά
[der] 贵族。大官。显要人物。西班牙贵族。

Ισπανικά → Κορεατικά - grande

προφορά
n. 대공
adj. 큰, 훌륭한


dictionary extension
© dictionarist.com