Πορτογαλικά → Αγγλικά - graduado

προφορά
adj. graduate, one who has completed a course of study and received a degree or diploma (i.e. at a university or college)

Ισπανικά → Αγγλικά - graduado

προφορά
adj. graduate; postgraduate; trained

Ισπανικά → Γαλλικά - graduado

προφορά
(escuela secundaria - hombre) bachelier (m)

Ισπανικά → Γερμανικά - graduado

προφορά
n. graduierte, absolvent, dienstgrad
a. graduiert, abgestuft, grad-, mess-, diplomiert

Ισπανικά → Κορεατικά - graduado

προφορά
adj. 눈금을 매긴, 졸업생의


dictionary extension
© dictionarist.com