Πορτογαλικά → Αγγλικά - gozo

προφορά
(m) n. enjoyment, pleasure, fruition; tenure; gust

Ισπανικά → Αγγλικά - gozo

προφορά
n. joy; enjoyment

Πορτογαλικά → Γαλλικά - gozo

προφορά
1. (condição emocional) aise (f); plaisir (m)
2. (prazer) plaisir (m); joie (f); délice (m); jouissance (f); ravissement (m); délectation (f)

Ισπανικά → Γαλλικά - gozo

προφορά
(estado emocional) aise (f); plaisir (m)

Ισπανικά → Γερμανικά - gozo

προφορά
n. freude, freudigkeit, seligkeit, genuss, vergnügen, behagen, wonne, lust, jubel, aufflackern

Ισπανικά → Ρωσικά - gozo

προφορά
n. радость

Ισπανικά → Κορεατικά - gozo

προφορά
n. 기쁨, 쾌락, 즐거움


dictionary extension
© dictionarist.com