Αγγλικά → Ελληνικά - gone by

προφορά
επίθ. περασμένος

Αγγλικά → Γερμανικά - gone by

προφορά
vergangen, vorübergegangen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - gone by

προφορά
v. berlalu, lewat, mengikuti, melewati, melalui

Αγγλικά → Πολωνικά - gone by

προφορά
v. mijać, przestrzegać, kierować się czymś

Αγγλικά → Ρουμανικά - gone by

προφορά
v. trece, depăşi, se lua după

Αγγλικά → Ισπανικά - gone by

προφορά
adj. pas ado

Αγγλικά → Τουρκικά - gone by

προφορά
geç

Αγγλικά → Ουκρανικά - gone by

προφορά
v. проходити мимо

Αγγλικά → Αραβικά - gone by

προφορά
مر, تقوم على, اهتدى

Αγγλικά → Χίντι - gone by

προφορά
a. भूत

Αγγλικά → Βιετναμικά - gone by

προφορά
v. đi qua


dictionary extension
© dictionarist.com