Αγγλικά → Ελληνικά - gin

προφορά
ουσ. παγίδα, παγίδα για ζώα, τζιν, ποτό τζίν, εκκοκκιστική μηχανή
ρήμ. παγιδεύω, εκκοκκίζω

Αγγλικά → Αγγλικά - gin

προφορά
n. strong colorless alcoholic liquor made from distilled rye and juniper berries; gin rummy (type of card game)
n. cotton gin, machine which removes seeds from raw cotton; trap, snare
v. trap, snare; remove seeds from cotton by means of a cotton gin

Αγγλικά → Γαλλικά - gin

προφορά
n. genièvre; gin (boisson alcoolisée); jeu, jeu de cartes
n. piège
v. piéger; tamiser le coton

Αγγλικά → Γερμανικά - gin

προφορά
n. Gin, alkoholisches Getränk; Kartenspiel
n. Falle
v. fangen; Baumwollsamen entfernen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - gin

προφορά
n. jerat, mesin pemisah biji kapas, sopi, jenewer
v. menjerat

Αγγλικά → Ιταλικά - gin

προφορά
s. gin
v. (Tess) ginnare; (Venat) prendere in trappola, intrappolare

Αγγλικά → Πολωνικά - gin

προφορά
n. sidła, pułapka, wciągarka, kołowrót z pionowym bębnem, dżin

Αγγλικά → Πορτογαλικά - gin

προφορά
s. gim (bebida; jogo de cartas)
s. armadilha
v. descaroçar algodão; pegar em armadilha

Αγγλικά → Ρουμανικά - gin

προφορά
n. gin, băutură din ienupăr, băutură din malţ, maşină de egrenat bumbac, capcană, cursă, laţ
v. da bumbacul la maşină, egrena, prinde în cursă

Αγγλικά → Ρωσικά - gin

προφορά
с. джин, подъемная лебедка
г. ловить в западню, очищать хлопок

Αγγλικά → Ισπανικά - gin

προφορά
s. ginebra
s. trampa
v. desmotar

Αγγλικά → Τουρκικά - gin

προφορά
f. pamuğun çekirdeklerini ayıklamak, tuzağa düşürmek, kapana kıstırmak
i. cin, çırçır makinesi, tuzak, kapan, ağ, asil yerli kadın [avus.]

Αγγλικά → Ουκρανικά - gin

προφορά
n. джин, лебідка: підйомна лебідка, пастка, сильце
v. сильце: ловити сильцем

Γαλλικά → Αγγλικά - gin

προφορά
(m) n. gin, strong colorless alcoholic liquor made from distilled rye and juniper berries

Γερμανικά → Αγγλικά - gin

προφορά
n. strong colorless alcoholic liquor made from distilled rye and juniper berries; gin rummy (type of card game)

Ινδονησιακά → Αγγλικά - gin

n. gin

Ιταλικά → Αγγλικά - gin

προφορά
n. gin, strong colorless alcoholic liquor made from distilled rye and juniper berries; gin rummy (type of card game)

Πολωνικά → Αγγλικά - gin

n. gin

Ρουμανικά → Αγγλικά - gin

n. gin

Ολλανδικά → Αγγλικά - gin

προφορά
n. gin

Αγγλικά → Ολλανδικά - gin

προφορά
zn. jenever; kaartspel
zn. Val, net, strik
ww. gin, jenever

Γαλλικά → Γερμανικά - gin

προφορά
n. gin

Γαλλικά → Ιταλικά - gin

προφορά
(boissons alcooliques) gin {invariable}

Γαλλικά → Πορτογαλικά - gin

προφορά
(boissons alcooliques) gim (m)

Γαλλικά → Ρωσικά - gin

προφορά
n. джин (m)

Γαλλικά → Ισπανικά - gin

προφορά
(boissons alcooliques) ginebra (f)

Γαλλικά → Τουρκικά - gin

προφορά
[le] cin

Γερμανικά → Γαλλικά - gin

προφορά
n. gin (m)

Γερμανικά → Ιταλικά - gin

προφορά
n. gin (m)

Γερμανικά → Ρωσικά - gin

προφορά
n. джин (m), волокноотделитель (m)

Γερμανικά → Ισπανικά - gin

προφορά
n. ginebra (f), gin (m)

Γερμανικά → Τουρκικά - gin

προφορά
i. cin (m)

Ιταλικά → Γερμανικά - gin

προφορά
n. gin, wacholder

Ισπανικά → Γερμανικά - gin

προφορά
n. gin

Ολλανδικά → Γαλλικά - gin

προφορά
(alcoholische dranken) gin (m)

Γαλλικά → Ολλανδικά - gin

προφορά
(boissons alcooliques) gin (m)

Αγγλικά → Αραβικά - gin

προφορά
‏محلج قطن، نوع نبيذ مسكر، شرك، مرفاع، فخ‏

Αγγλικά → Κινεζικά - gin

προφορά
(名) 杜松子酒#轧棉机, 轧花机; 罗网; 轧棉厂, 轧花厂; 陷阱#陷阱
(动) 用轧棉机清除的籽, 轧棉; 诱捕

Αγγλικά → Κινεζικά - gin

προφορά
(名) 杜松子酒#軋棉機, 軋花機; 羅網; 軋棉廠, 軋花廠; 陷阱#陷阱
(動) 用軋棉機清除的籽, 軋棉; 誘捕

Αγγλικά → Χίντι - gin

προφορά
n. जाल, फंदा, चरखी, जौ की मदिरा, बिनौला निकालने का यंत्र, रुई में से बिनौलने का यंत्र

Αγγλικά → Ιαπωνικά - gin

προφορά
(名) ジン, ライ麦とビャクシンを蒸留したアルコール度の高いリキュール; ジンラミー(カードゲーム)
(動) わなにかける; ジンにかけて綿から種を除く
(名) 綿繰り機; わな

Αγγλικά → Κορεατικά - gin

προφορά
명. 진, 무색의 독한 술; 진 럼미 (일종의 카드 게임)

Αγγλικά → Βιετναμικά - gin

προφορά
n. bẫy, máy kéo đồ năng, trục để kéo đồ, máy tỉa hột bông vải, rượu trắng
v. đánh bẫy, gài bẫy

Γερμανικά → Κινεζικά - gin

προφορά
[der] ①机械装置。三脚起重机。②轧棉机。用轧棉机去子。③陷阱。用陷阱捕兽。④杜松子酒。琴酒。

Βιετναμικά → Αγγλικά - gin

n. gin


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: ginning
Present: gin (3.person: gins)
Past: ginned
Future: will gin
Present conditional: would gin
Present Perfect: have ginned (3.person: has ginned)
Past Perfect: had ginned
Future Perfect: will have ginned
Past conditional: would have ginned
© dictionarist.com