Αγγλικά → Αγγλικά - gillie

προφορά
n. low cut shoe without a tongue with fringed laces up the instep; young personal servant to a Scottish Highlander leader; (Scottish) professional fishing and hunting guide
n. gillie

Αγγλικά → Γαλλικά - gillie

προφορά
gillie ['gNlN] n Scot serviteur m (d'un chasseur, d'un pêcheur).

Αγγλικά → Γερμανικά - gillie

προφορά
Jagdgehilfe, Gutsverwalter

Αγγλικά → Ιταλικά - gillie

προφορά
s. tipo di calzatura; (ingl. scozz.) servo di un capo di clan scozzese; guida che accompagna un pescatore o un cacciatore

Αγγλικά → Πορτογαλικά - gillie

προφορά
s. ajudante de desportista (m), criado de chefe de clã

Αγγλικά → Ρωσικά - gillie

προφορά
с. слуга вождя, помощник рыбака, помощник охотника

Αγγλικά → Ισπανικά - gillie

προφορά
s. ayudante (m), criado (m)

Αγγλικά → Τουρκικά - gillie

προφορά
i. av uşağı

Ολλανδικά → Αγγλικά - gillie

προφορά
n. gillie

Αγγλικά → Ολλανδικά - gillie

προφορά
zn. gillie

Αγγλικά → Χίντι - gillie

προφορά
n. मछूए का सहायक, शिकारी का सहायक

Αγγλικά → Ιαπωνικά - gillie

προφορά
(名) 足の甲の部分にひだ飾りがついている底の低いくつ; スコットランド高地人のリーダーに仕える若者; (スコットランド)狩猟家や釣り人の案内人

Αγγλικά → Κορεατικά - gillie

προφορά
명. 안내역의 남자, 안내역의 소년, 길리

Αγγλικά → Βιετναμικά - gillie

προφορά
n. đi theo người đi săn


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: gillying
Present: gillie (3.person: gillies)
Past: gillied
Future: will gillie
Present conditional: would gillie
Present Perfect: have gillied (3.person: has gillied)
Past Perfect: had gillied
Future Perfect: will have gillied
Past conditional: would have gillied
© dictionarist.com