Αγγλικά → Ελληνικά - gifted

προφορά
επίθ. έχων ταλάντων, πεπροικισμένος, ταλαντούχος, προικισμένος

Αγγλικά → Αγγλικά - gifted

προφορά
adj. talented, skilled, having great natural ability

Αγγλικά → Γαλλικά - gifted

προφορά
adj. doué; apte, qualifié

Αγγλικά → Γερμανικά - gifted

προφορά
adj. begabt; mit außerordentlichen Fähigkeiten ausgestattet

Αγγλικά → Ινδονησιακά - gifted

προφορά
a. berbakat, jenial

Αγγλικά → Ιταλικά - gifted

προφορά
agg. di gran talento; dotato, provvisto, fornito; intelligente

Αγγλικά → Πολωνικά - gifted

προφορά
a. utalentowany, zdolny, uzdolniony

Αγγλικά → Πορτογαλικά - gifted

προφορά
talentoso, dotado

Αγγλικά → Ρουμανικά - gifted

προφορά
a. talentat, înzestrat, capabil, dotat, genial

Αγγλικά → Ρωσικά - gifted

προφορά
прил. одаренный, талантливый, способный

Αγγλικά → Ισπανικά - gifted

προφορά
adj. dotado, agraciado, privilegiado, superdotado, talentoso, talentudo

Αγγλικά → Τουρκικά - gifted

προφορά
s. kabiliyetli, yetenekli, becerikli, ileri zekâlı

Αγγλικά → Ουκρανικά - gifted

προφορά
a. обдарований, талановитий

Αγγλικά → Ολλανδικά - gifted

προφορά
bn. begaafd, talentvol

Αγγλικά → Αραβικά - gifted

προφορά
‏موهوب، مهدى‏

Αγγλικά → Κινεζικά - gifted

προφορά
(形) 有天资的, 有天赋的

Αγγλικά → Κινεζικά - gifted

προφορά
(形) 有天資的, 有天賦的

Αγγλικά → Χίντι - gifted

προφορά
a. मेधावी, गुणी, होशियार, बड़े जौहर का, प्रतिभासंपन्न, प्रतिभाशाली

Αγγλικά → Ιαπωνικά - gifted

προφορά
(形) 才能のある

Αγγλικά → Κορεατικά - gifted

προφορά
형. 타고난 재능이 있는, 천부의 재능이 있는

Αγγλικά → Βιετναμικά - gifted

προφορά
a. có thiên tài, nghệ sĩ có tài


dictionary extension
© dictionarist.com