Γερμανικά → Αγγλικά - geschlechtsreif

προφορά
adj. pubescent, sexually mature; (about a leaf) covered with soft downy hairs

Γερμανικά → Γαλλικά - geschlechtsreif

προφορά
adj. formé, nubile, adulte

Γερμανικά → Ιταλικά - geschlechtsreif

προφορά
adj. maturo: sessualmente maturo

Γερμανικά → Ρωσικά - geschlechtsreif

προφορά
adj. половозрелый

Γερμανικά → Ισπανικά - geschlechtsreif

προφορά
adj. púber

Γερμανικά → Κινεζικά - geschlechtsreif

προφορά
adj. 青春期的。性成熟的。软毛覆盖的。


© dictionarist.com