Ιταλικά → Αγγλικά - generalmente

προφορά
adv. generally, in general, as a rule

Ισπανικά → Αγγλικά - generalmente

προφορά
adv. generally, in a general manner, popularly

Ιταλικά → Γαλλικά - generalmente

προφορά
1. (generale) surtout; principalement; la plupart du temps
2. (abitudine) ordinairement; communément
3. (in generale) généralement; en général

Ιταλικά → Γερμανικά - generalmente

προφορά
adv. allgemein, allgemein: im allgemeinen

Ισπανικά → Γαλλικά - generalmente

προφορά
(similitud) généralement; dans l'ensemble; en règle commune

Ισπανικά → Γερμανικά - generalmente

προφορά
adv. allgemein, durchgängig, durchgehend, durchweg, meistens, überhaupt, sonst

Ισπανικά → Ρωσικά - generalmente

προφορά
adv. обычно

Ισπανικά → Κορεατικά - generalmente

προφορά
adv. 보통


dictionary extension
© dictionarist.com