Ινδονησιακά → Αγγλικά - gema

n. echo, reverberation, repercussion, resonance, re-echo

Πορτογαλικά → Αγγλικά - gema

προφορά
n. gem, jewel, stone; button; gemma; yolk

Ισπανικά → Αγγλικά - gema

προφορά
n. gem, jewel; gemma, leaf bud; budlike growth which separates from the parent plant to form a new one (Botany)

Πορτογαλικά → Γαλλικά - gema

προφορά
1. (ovo) jaune d'œuf; jaune (m)
2. (jóias) gemme (f)

Ισπανικά → Γαλλικά - gema

προφορά
(joyas) gemme (f)

Ισπανικά → Γερμανικά - gema

προφορά
n. gemme, edelstein, knospe, steinsalz


dictionary extension
© dictionarist.com