Γερμανικά → Αγγλικά - gefeiert

προφορά
[feiern] v. celebrate, feast, hold festivities, glorify, solemnize, hold a ceremony, add a festive character

Γερμανικά → Γαλλικά - gefeiert

προφορά
adj. populaire: très populaire

Γερμανικά → Ιταλικά - gefeiert

προφορά
adj. celebrato

Γερμανικά → Ρωσικά - gefeiert

προφορά
adj. прославленный, известный, знаменитый

Γερμανικά → Τουρκικά - gefeiert

προφορά
s. celil

Γερμανικά → Ολλανδικά - gefeiert

προφορά
gevierd

Γερμανικά → Κινεζικά - gefeiert

προφορά
adj. 有名的。喝彩的。庆祝的。庆贺的。


© dictionarist.com