Αγγλικά → Ελληνικά - gallant

προφορά
επίθ. γενναίος, ανδρείος, αβρός, ευγενής

Αγγλικά → Αγγλικά - gallant

προφορά
n. chivalrous man, man who is extremely gentlemanly; lover; paramour
adj. brave, courteous; knightly, chivalrous, gentlemanly

Αγγλικά → Γαλλικά - gallant

προφορά
n. vaillant, galant
adj. courageux, aimable; gallant, chevaleresque

Αγγλικά → Γερμανικά - gallant

προφορά
n. Galanterie, Ritterlichkeit
adj. stattlich; tapfer; galant; ritterlich

Αγγλικά → Ινδονησιακά - gallant

προφορά
a. berani, gagah perkasa, gagah, cekal, sopan, cinta: yg berhubung dgn cinta, cantik, bagus, agung, perlente

Αγγλικά → Ιταλικά - gallant

προφορά
s. vagheggino; corteggiatore; innamorato; uomo di mondo
agg. prode, coraggioso, valoroso

Αγγλικά → Πολωνικά - gallant

προφορά
n. bawidamek, fircyk, frajer, elegant
a. piękny, wspaniały, dzielny, waleczny, rycerski, szarmancki, chwacki, gracki, chrobry

Αγγλικά → Πορτογαλικά - gallant

προφορά
s. cavaleiro; pessoa galante
adj. galanteador, conquistador; nobre; corajoso

Αγγλικά → Ρουμανικά - gallant

προφορά
n. cavaler, curtezan, bărbat cu maniere elegante, amant
v. însoţi
a. viteaz, brav, îndrăzneţ, impozant, galant, curajos, cavaleresc, elegant {înv.}

Αγγλικά → Ρωσικά - gallant

προφορά
с. галантный кавалер, галантный ухажер, кавалер, любовник, светский человек, щеголь
прил. храбрый, бравый, доблестный, величавый, красивый, галантный, любовный

Αγγλικά → Ισπανικά - gallant

προφορά
s. galán; caballero
adj. gallardo, apuesto, bizarro, galán, galante, hazañoso, juncal

Αγγλικά → Τουρκικά - gallant

προφορά
s. görkemli, cesur, yiğit, kibar, centilmen, sevgili, aşık

Αγγλικά → Ουκρανικά - gallant

προφορά
n. кавалер, дамський догідник, коханець
v. кокетувати, залицятися, франтити
a. хоробрий, галантний

Αγγλικά → Ολλανδικά - gallant

προφορά
zn. dapper, hoffelijk
bn. dapper, moedig; galant, hoffelijk

Αγγλικά → Αραβικά - gallant

προφορά
‏غزل، الشهم‏
‏مؤدب، أنيق، شجاع، سام رفيع، همام، فروسي، حسن البزة، نيبل، ظريف، باسل‏

Αγγλικά → Κινεζικά - gallant

προφορά
(名) 豪侠; 殷勤的男士; 时髦男士; 求爱者
(形) 英勇的, 华丽的, 壮丽的

Αγγλικά → Κινεζικά - gallant

προφορά
(名) 豪俠; 殷勤的男士; 時髦男士; 求愛者
(形) 英勇的, 華麗的, 壯麗的

Αγγλικά → Χίντι - gallant

προφορά
n. लोक-पिय मनुष्य, प्रेमी, सुवेशधारी मनुष्य, छबीला नौजवान
a. वीर, श्रेष्ठ, भड़कीला, विनीत, सुंदर, बहादुर, रमणीरंजक

Αγγλικά → Ιαπωνικά - gallant

προφορά
(形) 勇ましい; 立派な, 紳士的な
(名) 粋な男, 女性に丁重な男; 愛人

Αγγλικά → Κορεατικά - gallant

προφορά
명. 유행을 좇는 사람, 여자에게 친절한 사나이, 정부
형. 용감한, 정중한; 기사다운, 신사다운

Αγγλικά → Βιετναμικά - gallant

προφορά
n. tình nhân, người bận đúng mốt
v. người ăn bận lịch sự, chiều chuộng
a. can đảm, dũng cảm, lịch sự, khéo chiều chuộng, nịnh đầm, người tình


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: gallanting
Present: gallant (3.person: gallants)
Past: gallanted
Future: will gallant
Present conditional: would gallant
Present Perfect: have gallanted (3.person: has gallanted)
Past Perfect: had gallanted
Future Perfect: will have gallanted
Past conditional: would have gallanted
© dictionarist.com