Πορτογαλικά → Αγγλικά - género

προφορά
[gênero (m) n. description, genre; genus, gender; kind, sort; line; manner

Ισπανικά → Αγγλικά - género

προφορά
[género (m)] n. genre, kind, type; genus; nature; gender

Ισπανικά → Γαλλικά - género

προφορά
1. (general) genre (m)
2. (biología) genre (m)
3. (lingüística) genre (m)

Ισπανικά → Γερμανικά - género

προφορά
n. gattung, geschlecht, genus, genre, ware, stoff, gewebe, art, sorte

Ισπανικά → Ρωσικά - género

προφορά
n. род, вид, жанр

Ισπανικά → Κορεατικά - género

προφορά
n. 종류, 모양, 쟝르, 유


dictionary extension
© dictionarist.com