Αγγλικά → Ελληνικά - fundamental

προφορά
επίθ. βασικός, θεμελιώδης

Αγγλικά → Αγγλικά - fundamental

προφορά
n. principle, basis, essential; fundamental note, lowest note of a chord (Music)
adj. basic, elemental; essential
adj. fundamental, basic, elemental; essential

Αγγλικά → Γαλλικά - fundamental

προφορά
n. principe fondamental, fondamental, connaissance de base; fondamental, son de base (musique - phonétique)
adj. fondamental, essentiel, principal, de fond

Αγγλικά → Γερμανικά - fundamental

προφορά
n. Grundlage, Grundprinzip, Grundbegriff; Grundton (Musik)
adj. fundamental, grundlegend; qualitativ

Αγγλικά → Ινδονησιακά - fundamental

προφορά
n. pokok, asas, dasar, prinsip
a. asasi, mendasar, penting: sangat penting, fundamentil, diperlukan: yg diperlukan

Αγγλικά → Ιταλικά - fundamental

προφορά
s. fondamento, principio fondamentale; (Mus) nota fondamentale
agg. fondamentale, basilare, basale, essenziale; principale, di grande importanza

Αγγλικά → Πολωνικά - fundamental

προφορά
n. nakaz, podstawa
a. zasadniczy, istotny, kardynalny, pryncypialny, podstawowy, pierwszorzędny, fundamentalny, kapitalny, elementarny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - fundamental

προφορά
s. fundamental, essencial, básico; som básico (música)
adj. fundamental, básico, essencial

Αγγλικά → Ρουμανικά - fundamental

προφορά
n. principiu
a. fundamental, central, esenţial, prim, funciar, organic

Αγγλικά → Ρωσικά - fundamental

προφορά
с. основное правило, принцип, основы, основной тон
прил. основной, коренной, существенный, фундаментальный, основополагающий

Αγγλικά → Ισπανικά - fundamental

προφορά
s. principio, base, lo más importante; (Mús.) sonido básico
adj. fundamental, axiomático, básico, inherente, primario, primordial, sustancial

Αγγλικά → Τουρκικά - fundamental

προφορά
s. esas, temel, ana

Αγγλικά → Ουκρανικά - fundamental

προφορά
n. принцип
a. основний, корінний, конститутивний, неодмінний, фундаментальний

Γερμανικά → Αγγλικά - fundamental

προφορά
adj. basic, elemental; essential

Πορτογαλικά → Αγγλικά - fundamental

προφορά
adj. fundamental, elemental, basic; primordial, initial; principal

Ρουμανικά → Αγγλικά - fundamental

a. fundamental, base, basic, prime, ultimate, capital, main, principal, necessary, vital, essential
adv. fundamentally, basically

Ισπανικά → Αγγλικά - fundamental

προφορά
adj. fundamental, basic; essential; basal; primal; ultimate; underlying; keynote; root

Αγγλικά → Ολλανδικά - fundamental

προφορά
zn. fundamenteel, basis, grondslag, fundament; bases geluid (bij muziek)
bn. grondig; essentieel; van grondvestiging

Γερμανικά → Γαλλικά - fundamental

προφορά
adj. fondamental

Γερμανικά → Ιταλικά - fundamental

προφορά
adj. importanza: di grande importanza, fondamentale

Γερμανικά → Ρωσικά - fundamental

προφορά
adj. фундаментальный, коренной, основательный, основополагающий

Γερμανικά → Ισπανικά - fundamental

προφορά
adj. fundamental

Γερμανικά → Τουρκικά - fundamental

προφορά
s. temel oluşturan, esaslı, çok önemli, dipsel

Πορτογαλικά → Γαλλικά - fundamental

προφορά
1. (importância) essentiel; fondamental; principal; cardinal; clef
2. (básico) fondamental; essentiel
3. (crítico) critique; crucial; décisif; déterminant

Ισπανικά → Γαλλικά - fundamental

προφορά
1. (importancia) essentiel; fondamental; principal; cardinal; clef
2. (esencial) fondamental; essentiel

Ισπανικά → Γερμανικά - fundamental

προφορά
a. grundlegend, wesentlich, fundamental, elementar, tragend

Ισπανικά → Ρωσικά - fundamental

προφορά
adj. основополагающий, основной

Γερμανικά → Ολλανδικά - fundamental

προφορά
fundamenteel

Αγγλικά → Αραβικά - fundamental

προφορά
‏النغمة الأساسية، الأساس‏
‏أصلي، أساسي، أولي، جوهري، رئيسي‏

Αγγλικά → Κινεζικά - fundamental

προφορά
(名) 基本原则, 根本法则; 纲要
(形) 基本的, 原音的, 重要的

Αγγλικά → Κινεζικά - fundamental

προφορά
(名) 基本原則, 根本法則; 綱要
(形) 基本的, 原音的, 重要的

Αγγλικά → Χίντι - fundamental

προφορά
a. आधारभूत, मौलिक

Αγγλικά → Ιαπωνικά - fundamental

προφορά
(形) 基本の; 必須の; 重要な; 生来の
(名) 基本; 基音(音楽); 原理; 基本振動数

Αγγλικά → Κορεατικά - fundamental

προφορά
형. 기본적인; 중요한, 주요한

Αγγλικά → Βιετναμικά - fundamental

προφορά
a. dùng làm nền tảng, nền móng, nguyên âm, căn bản

Γερμανικά → Κινεζικά - fundamental

προφορά
adj. 基本的。基础的。根本的。

Ισπανικά → Κορεατικά - fundamental

προφορά
adj. 단단한, 근본적인


dictionary extension
© dictionarist.com