Αγγλικά → Ελληνικά - functioning

προφορά
(Lex**) λειτουργία

Αγγλικά → Αγγλικά - functioning

προφορά
adj. working, operating
n. performance, working, operating

Αγγλικά → Γαλλικά - functioning

προφορά
adj. fonctionnel, utile
n. fonctionnement

Αγγλικά → Γερμανικά - functioning

προφορά
[function] v. funktionieren; arbeiten; sich anstellen
adj. funktionierend, aktiviert
n. Tätigkeit; Funktion; Zweck; Aufgabe

Αγγλικά → Ινδονησιακά - functioning

προφορά
a. aktif

Αγγλικά → Ιταλικά - functioning

προφορά
agg. funzionante
s. funzione

Αγγλικά → Πολωνικά - functioning

προφορά
n. funkcjonowanie

Αγγλικά → Πορτογαλικά - functioning

προφορά
adj. que funciona
s. funcionamento

Αγγλικά → Ρουμανικά - functioning

προφορά
v. funcţiona, lucra

Αγγλικά → Ρωσικά - functioning

προφορά
с. работа, функционирование

Αγγλικά → Ισπανικά - functioning

προφορά
adj. interino
s. funcionamiento, operación

Αγγλικά → Τουρκικά - functioning

προφορά
[function] f. işlevini yerine getirmek, işlemek, çalışmak

Αγγλικά → Ουκρανικά - functioning

προφορά
n. функціонування

Αγγλικά → Ολλανδικά - functioning

προφορά
bn. funktioneert, werkt, handelt
zn. functionering

Αγγλικά → Αραβικά - functioning

προφορά
عمل, أدى, لعب دور

Αγγλικά → Κινεζικά - functioning

προφορά
[function] (动) 活动; 行使职责; 运行

Αγγλικά → Κινεζικά - functioning

προφορά
[function] (動) 活動; 行使職責; 運行

Αγγλικά → Ιαπωνικά - functioning

προφορά
(形) 労働; 作動
(名) 作動
(動) 働く; 役目をする

Αγγλικά → Κορεατικά - functioning

προφορά
형. 작동하는, 작용하는, 기능을 행하는
명. 작동

Αγγλικά → Βιετναμικά - functioning

προφορά
v. chuyển vận


dictionary extension
© dictionarist.com