Αγγλικά → Ελληνικά - frivolous

προφορά
επίθ. κούφος, ελαφρός, ελαφρόμυαλος, επιπόλαιος

Αγγλικά → Αγγλικά - frivolous

προφορά
adj. wasteful; petty, trite; silly, foolish; nonsensical; unimportant

Αγγλικά → Γαλλικά - frivolous

προφορά
adj. frivole, vain, futile, sot

Αγγλικά → Γερμανικά - frivolous

προφορά
adj. frivol, leichtsinnig; unsinnig; verschwenderisch

Αγγλικά → Ινδονησιακά - frivolous

προφορά
a. sembrono, keruan: tdk keruan, dangkal, penting: tdk penting, remeh, remeh-temeh

Αγγλικά → Ιταλικά - frivolous

προφορά
agg. frivolo, futile, superficiale, vacuo; leggero

Αγγλικά → Πολωνικά - frivolous

προφορά
a. frywolny, lekkomyślny, bzdurny, płochy, marny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - frivolous

προφορά
adj. frívolo, estúpido; fútil; gosta de diversão

Αγγλικά → Ρουμανικά - frivolous

προφορά
a. frivol

Αγγλικά → Ρωσικά - frivolous

προφορά
прил. легкомысленный, фривольный, поверхностный

Αγγλικά → Ισπανικά - frivolous

προφορά
adj. frívolo, liviano

Αγγλικά → Τουρκικά - frivolous

προφορά
s. fingirdek, hoppa, uçarı, hafif, anlamsız, boş, adaleti yanıltıcı

Αγγλικά → Ουκρανικά - frivolous

προφορά
a. легковажний, поверховий, фривольний, зовнішний, нісенітний

Αγγλικά → Ολλανδικά - frivolous

προφορά
bn. onbelangrijk, pietluttig, onnozel; frivool, lichtzinnig

Αγγλικά → Αραβικά - frivolous

προφορά
‏طائش، تافه، عابث، لعوب‏

Αγγλικά → Κινεζικά - frivolous

προφορά
(形) 轻佻的, 琐碎的, 妄动的

Αγγλικά → Κινεζικά - frivolous

προφορά
(形) 輕佻的, 瑣碎的, 妄動的

Αγγλικά → Χίντι - frivolous

προφορά
a. तुच्छ, छिछोरा, ओछा

Αγγλικά → Ιαπωνικά - frivolous

προφορά
(形) 軽薄な; 馬鹿馬鹿しい; くだらない; つまらない

Αγγλικά → Κορεατικά - frivolous

προφορά
형. 천박한; 사소한, 보잘것 없는; 어리석은; 어이없는, 실없는

Αγγλικά → Βιετναμικά - frivolous

προφορά
a. tầm phào, bá láp, hư không


© dictionarist.com