Αγγλικά → Ελληνικά - fractionate

προφορά
(Lex). κλασματοποιώ

Αγγλικά → Αγγλικά - fractionate

προφορά
v. break up into sections or parts; separate the ingredients of a mixture

Αγγλικά → Γαλλικά - fractionate

προφορά
v. fractionner; séparer (solution, etc.; en ses divers composantes)

Αγγλικά → Γερμανικά - fractionate

προφορά
v. fraktionieren, trennen (Lösung, Zutaten etc.)

Αγγλικά → Ιταλικά - fractionate

προφορά
v. frazionare; (Chim) sottoporre a distillazione frazionata

Αγγλικά → Πολωνικά - fractionate

προφορά
v. frakcjonować

Αγγλικά → Πορτογαλικά - fractionate

προφορά
v. fracionar, destilar

Αγγλικά → Ρουμανικά - fractionate

προφορά
v. fracţiona

Αγγλικά → Ρωσικά - fractionate

προφορά
г. фракционировать

Αγγλικά → Ισπανικά - fractionate

προφορά
v. fraccionar

Αγγλικά → Τουρκικά - fractionate

προφορά
f. parçalara ayırmak, damıtmak

Αγγλικά → Ουκρανικά - fractionate

προφορά
v. фракціонувати

Αγγλικά → Ολλανδικά - fractionate

προφορά
ww. afscheiden (in verschillende verbindingen, oplossing, enz.)

Αγγλικά → Αραβικά - fractionate

προφορά
‏جزأ‏

Αγγλικά → Χίντι - fractionate

προφορά
v. भागों में पृथक्‌ करना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - fractionate

προφορά
(動) 分別する; 細分する; 分別で得る; 分ける

Αγγλικά → Κορεατικά - fractionate

προφορά
동. 분별 하다, 분류 하다, 분류하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - fractionate

προφορά
v. chia ra


Χρονοι ρηματων

Present participle: fractionating
Present: fractionate (3.person: fractionates)
Past: fractionated
Future: will fractionate
Present conditional: would fractionate
Present Perfect: have fractionated (3.person: has fractionated)
Past Perfect: had fractionated
Future Perfect: will have fractionated
Past conditional: would have fractionated
© dictionarist.com