Αγγλικά → Ελληνικά - foxy

προφορά
επίθ. παμπόνηρος, πονηρός, κατεργάρης

Αγγλικά → Αγγλικά - foxy

προφορά
adj. crafty, clever; sexy, attractive (Slang)

Αγγλικά → Γαλλικά - foxy

προφορά
adj. rusé, astucieux, roublard

Αγγλικά → Γερμανικά - foxy

προφορά
adj. fuchsschlau, listig, pfiffig

Αγγλικά → Ινδονησιακά - foxy

προφορά
a. rubah, licik, lihai, lihay

Αγγλικά → Ιταλικά - foxy

προφορά
agg. astuto, scaltro, volpino; scolorito; rossiccio; (Enol) acido

Αγγλικά → Πολωνικά - foxy

προφορά
a. lisi, rudy, ryży, kwaśny, ponętny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - foxy

προφορά
adj. astuto, sagaz, esperto

Αγγλικά → Ρουμανικά - foxy

προφορά
a. brun-roşcat, decolorat, roşcat, roşu, viclean, vulpesc

Αγγλικά → Ρωσικά - foxy

προφορά
прил. лисий, хитрый, рыжий, прокисший

Αγγλικά → Ισπανικά - foxy

προφορά
adj. astuto, zorrastrón, zorruno

Αγγλικά → Τουρκικά - foxy

προφορά
s. tilki gibi, kurnaz, kızıl kahverengi, sararmış (kitap)

Αγγλικά → Ουκρανικά - foxy

προφορά
a. лисячий, хитрий, рудий

Αγγλικά → Ολλανδικά - foxy

προφορά
bn. sluw; vosachtig, sluw

Αγγλικά → Αραβικά - foxy

προφορά
‏ماكر، بارع، ثعلبي اللون، أبقع ملطخ ببقع سمراء مصفرة‏

Αγγλικά → Κινεζικά - foxy

προφορά
(形) 如狐的, 赤褐色的, 狡猾的

Αγγλικά → Κινεζικά - foxy

προφορά
(形) 如狐的, 赤褐色的, 狡猾的

Αγγλικά → Χίντι - foxy

προφορά
a. लोमड़ी की तरह का, चालाक, छली

Αγγλικά → Ιαπωνικά - foxy

προφορά
(形) キツネのような; 悪賢い; 魅力的な(俗語)

Αγγλικά → Κορεατικά - foxy

προφορά
형. 교활한, 영리한; 섹시한, 매력적인 (속어)

Αγγλικά → Βιετναμικά - foxy

προφορά
n. tóc đỏ heo
a. giống như chồn, xảo quyệt


dictionary extension
© dictionarist.com