Αγγλικά → Ελληνικά - fortify

προφορά
ρήμ. οχυρώνω, κατοχυρώνω

Αγγλικά → Αγγλικά - fortify

προφορά
v. garrison, defend; strengthen; reinforce; enrich

Αγγλικά → Γαλλικά - fortify

προφορά
v. fortifier; renforcer; intensifier; enrichir

Αγγλικά → Γερμανικά - fortify

προφορά
v. verstärken; befestigen; bereichern

Αγγλικά → Ινδονησιακά - fortify

προφορά
v. membangun benteng, membentengi, mengubui

Αγγλικά → Ιταλικά - fortify

προφορά
v. (Mil) fortificare; rafforzare, rinforzare; rendere forte, irrobustire; rendere più forte; arricchire; (Enol) rendere alcolico, alcolizzare

Αγγλικά → Πολωνικά - fortify

προφορά
v. wzmacniać, obwarować, ufortyfikować, pokrzepiać, popierać, hartować, wzmocnić, poprzeć

Αγγλικά → Πορτογαλικά - fortify

προφορά
v. fortalecer; fortificar; aumentar; permitir

Αγγλικά → Ρουμανικά - fortify

προφορά
v. fortifica, consolida, întări, susţine, corobora, confirma, adeveri, prinde puteri, fortifica: se fortifica

Αγγλικά → Ρωσικά - fortify

προφορά
г. укреплять, поддерживать, подкреплять, добавлять спирт к вину

Αγγλικά → Ισπανικά - fortify

προφορά
v. fortificar, consolidar, fortalecer, parapetar, vigorizar

Αγγλικά → Τουρκικά - fortify

προφορά
f. kuvvetlendirmek, takviye etmek, desteklemek, alkolle kuvvetlendirmek, canlandırmak

Αγγλικά → Ουκρανικά - fortify

προφορά
v. укріпляти, підтримувати, збагачувати, спиртувати, моцювати

Αγγλικά → Ολλανδικά - fortify

προφορά
ww. versterken, verstevigen; verrijken; luider maken

Αγγλικά → Αραβικά - fortify

προφορά
‏قوى، حصن، شجع، أقام حصونا‏

Αγγλικά → Κινεζικά - fortify

προφορά
(动) 设要塞于, 使坚强, 加强; 筑防御工事

Αγγλικά → Κινεζικά - fortify

προφορά
(動) 設要塞於, 使堅強, 加強; 築防禦工事

Αγγλικά → Χίντι - fortify

προφορά
v. मज़बूत करना, क़िला बनाना, दृढ़ करना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - fortify

προφορά
(動) 守備する; 防御工事を施す; 強化する, 強くする, 増強する; 豊かにする

Αγγλικά → Κορεατικά - fortify

προφορά
동. 요새화하다, 방어하다; 강화하다; 확고히 하다; 영양가를 높이다

Αγγλικά → Βιετναμικά - fortify

προφορά
v. làm mạnh thêm


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: fortifying
Present: fortify (3.person: fortifies)
Past: fortified
Future: will fortify
Present conditional: would fortify
Present Perfect: have fortified (3.person: has fortified)
Past Perfect: had fortified
Future Perfect: will have fortified
Past conditional: would have fortified
© dictionarist.com