Αγγλικά → Ελληνικά - formidable

προφορά
επίθ. τρομερός, φοβερός, δεινός

Αγγλικά → Αγγλικά - formidable

προφορά
adj. frightening, causing fear; difficult, discouraging, intimidating; awesome; powerful
adj. tremendous, fantastic; wonderful, sensational; terrific, splendid; marvelous
adj. formidable, redoubtable, dreadful; tremendous; bully; mean

Αγγλικά → Γαλλικά - formidable

προφορά
adj. formidable, effrayant; terrible; imposant; énergique

Αγγλικά → Γερμανικά - formidable

προφορά
adj. gewaltig, formidabel, beeindruckend; furchterregend, bedrohlich; ungeheuerlich

Αγγλικά → Ινδονησιακά - formidable

προφορά
a. hebat, berat, mengatasi: yg memerlukan usaha besar untuk mengatasi, menakuntukan, dahsyat

Αγγλικά → Ιταλικά - formidable

προφορά
agg. temibile, formidabile, spaventoso, terribile; arduo, duro; straordinario, eccezionale

Αγγλικά → Πολωνικά - formidable

προφορά
a. straszliwy, straszny, groźny, ogromny, potężny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - formidable

προφορά
adj. terrível, temível; difícil; formidável; esplêndido

Αγγλικά → Ρουμανικά - formidable

προφορά
a. grozav, înspăimântător, teribil, formidabil

Αγγλικά → Ρωσικά - formidable

προφορά
прил. внушительный, значительный, страшный, грозный, огромный,

Αγγλικά → Ισπανικά - formidable

προφορά
adj. formidable, grande, grandioso, imponente, tremendo

Αγγλικά → Τουρκικά - formidable

προφορά
s. dişli, korkunç, tüyler ürpertici, müthiş, heybetli, zorlu, zor

Αγγλικά → Ουκρανικά - formidable

προφορά
a. грізний, нездоланний, величезний

Γαλλικά → Αγγλικά - formidable

προφορά
adj. tremendous, fantastic; wonderful, sensational; terrific, splendid; marvelous

Ισπανικά → Αγγλικά - formidable

προφορά
adj. formidable, redoubtable, dreadful; tremendous; bully; mean

Αγγλικά → Ολλανδικά - formidable

προφορά
bn. ontzaglijk, geducht, formidabel

Γαλλικά → Γερμανικά - formidable

προφορά
adj. phantastisch, außerordentlich, riesen-, bärenstark

Γαλλικά → Ιταλικά - formidable

προφορά
1. (général) meraviglioso; formidabile 2. (succès) assoluto
3. (degré) fantastico; sensazionale; stupendo; eccezionale; favoloso; meraviglioso 4. (travail) di prima qualità; straordinario; eccellente; eccezionale; favoloso; stupendo
5. (exquis) squisito; eccellente; meraviglioso; splendido; stupendo; formidabile

Γαλλικά → Πορτογαλικά - formidable

προφορά
1. (général) atraente; interessante 2. (succès) absoluto
3. (degré) fantástico; sensacional; chocante {slang}; fabuloso; maravilhoso; soberbo; incrível; formidável 4. (travail) de primeira classe; excelente; formidável; sensacional; chocante {slang}
5. (exquis) excelente; esplêndido; perfeito; primoroso; chocante {slang}; legal {informal}

Γαλλικά → Ρωσικά - formidable

προφορά
a. замечательный, колоссальный, огромный, бросающийся в глаза, мощный, первоклассный, чудесный

Γαλλικά → Ισπανικά - formidable

προφορά
1. (général) estupendo; formidable 2. (succès) absoluto
3. (degré) fantástico; sensacional; estupendo; fabuloso; maravilloso; prodigioso 4. (travail) excelente; de primera categoría; de primera clase
5. (exquis) exquisito; sobresaliente; excelente; espléndido; bárbaro

Γαλλικά → Τουρκικά - formidable

προφορά
korkunç; olağanüstü, akıl almaz

Ισπανικά → Γαλλικά - formidable

προφορά
1. (general) épatant; génial; formidable
2. (enemigo) redoutable
3. (obstáculo) terrible; énorme 4. (miedo) redoutable; effrayant

Ισπανικά → Γερμανικά - formidable

προφορά
a. furchtbar, schrecklich, ungeheuer, mordsmäßig, heidenmäßig, wunderbar, großartig, toll, doll, riesig, kolossal

Ισπανικά → Ρωσικά - formidable

προφορά
adj. страшный, огромный

Γαλλικά → Ολλανδικά - formidable

προφορά
1. (général) hip; te gek; gaaf 2. (succès) volledig
3. (degré) te gek; geweldig; fantastisch; ongelooflijk; schitterend; fabuleus; subliem 4. (travail) eersteklas; piekfijn; uitstekend; prima; uitmuntend; voortreffelijk
5. (exquis) prachtig; voortreffelijk; excellent; perfect; uitmuntend; uitstekend; geweldig

Αγγλικά → Αραβικά - formidable

προφορά
‏هائل، صعب، كبير‏

Αγγλικά → Κινεζικά - formidable

προφορά
(形) 强大的, 艰难的, 可怕的

Αγγλικά → Κινεζικά - formidable

προφορά
(形) 強大的, 艱難的, 可怕的

Αγγλικά → Χίντι - formidable

προφορά
a. भयंकर, घोर, दुर्जेय, विकट

Αγγλικά → Ιαπωνικά - formidable

προφορά
(形) 恐ろしい; 難しい; 手ごわい; 手に負えない

Αγγλικά → Κορεατικά - formidable

προφορά
형. 무서운, 무섭게 하는; 어려운, 용기를 잃게 하는; 끔찍한; 강력한

Αγγλικά → Βιετναμικά - formidable

προφορά
a. đáng sợ, dữ dội, ghê ghớm, dể sợ

Ισπανικά → Κορεατικά - formidable

προφορά
adj. 무서운, 광대한, 소름이 끼치는


dictionary extension
© dictionarist.com