Αγγλικά → Ελληνικά - former

προφορά
επίθ. τέως, πρώην, πρότερος, προηγούμενος
ουσ. μορφωτής

Αγγλικά → Αγγλικά - former

προφορά
adj. previous, of the past; prior, earlier; past; ancient; first
n. shaper, maker, one that gives form to
n. molder, one who shapes, one who molds, something which gives form, shaper, fashioner, designer

Αγγλικά → Γαλλικά - former

προφορά
adj. antérieur, précédent; ancien
n. ancien, précédent; créateur, formateur

Αγγλικά → Γερμανικά - former

προφορά
adj. früherer, vorheriger; alt-, vorangegangener; erster; ehemaliger
n. Former, Gestalter

Αγγλικά → Ινδονησιακά - former

προφορά
a. bekas, eks, ex, dongkol, dahulu: yg terlebih dahulu, tadi: yg tadi, sediakala

Αγγλικά → Ιταλικά - former

προφορά
agg. precedente; passato, andato; primo; ex, già, un tempo
s. il primo, quello là

Αγγλικά → Πολωνικά - former

προφορά
n. formierz, wzornik
a. poprzedni, pierwszy z dwóch, uprzedni, dawny, były

Αγγλικά → Πορτογαλικά - former

προφορά
adj. prévio, anterior; antigo, ancestral; primeiro, original; ex-
s. autor, formador, ; molde, matriz

Αγγλικά → Ρουμανικά - former

προφορά
a. fost, trecut, anterior, altădată: de altădată, odinioară: de odinioară, primul, dintâi, cel dintâi

Αγγλικά → Ρωσικά - former

προφορά
прил. прежний, бывший, предшествующий, первый
с. составитель, шаблон, модель, копир; фасонный валок, фасонный резец, каркас катушки, вспомогательная нервюра

Αγγλικά → Ισπανικά - former

προφορά
adj. anterior, antiguo, de antes, ex
s. formador, creador, diseñador de formas; molde, matriz

Αγγλικά → Τουρκικά - former

προφορά
s. önceki, eski, geçen, sabık, geçmiş
i. biçimlendirici, gövde (uçak), sınıf öğrencisi

Αγγλικά → Ουκρανικά - former

προφορά
n. творець, модель
a. колишній, минулий, давній, перший

Γαλλικά → Αγγλικά - former

προφορά
v. shape, form; train, discipline, fix; groom, develop; mold, make

Γερμανικά → Αγγλικά - former

προφορά
adj. previous, of the past; prior, earlier; past; ancient; first

Αγγλικά → Ολλανδικά - former

προφορά
bn. vorige, vroegere, zoals vroeger, oud, antiek, prehistorisch; de eerste, de laatste
zn. vormgever, ontwerper, kristalliseerd

Γαλλικά → Γερμανικά - former

προφορά
v. formen, formieren, gründen, bilden, schmieden, ausbilden, schulen, anlernen, einarbeiten, prägen

Γαλλικά → Ιταλικά - former

προφορά
1. (général) formare 2. (éducation) preparare; istruire
3. (caractère) formare; plasmare 4. (objets) formare; foggiare
5. (constituer) formare; costituire; comporre

Γαλλικά → Πορτογαλικά - former

προφορά
1. (général) formar 2. (éducation) preparar
3. (caractère) formar; moldar 4. (objets) dar forma; moldar
5. (constituer) formar; constituir; compor

Γαλλικά → Ρωσικά - former

προφορά
v. формировать, создавать, образовывать, вырабатывать, формовать, штамповать (заготовку), формоизменять, развивать, тренировать, строиться (воен.)

Γαλλικά → Ισπανικά - former

προφορά
1. (général) formar 2. (éducation) preparar; capacitar
3. (caractère) formar; moldear 4. (objets) dar forma a
5. (constituer) formar; constituir; componer

Γαλλικά → Τουρκικά - former

προφορά
meydana getirmek, oluşturmak, yaratmak; tasarlamak; eğitmek, yetiştirmek

Γερμανικά → Γαλλικά - former

προφορά
n. mouleur (m)

Γερμανικά → Ιταλικά - former

προφορά
n. formatore (m), modellatore (m)

Γερμανικά → Ρωσικά - former

προφορά
n. керамик (m), конструктор моделей (m), литейщик (m), формовщик (m)

Γερμανικά → Ισπανικά - former

προφορά
n. moldeador (m), amoldador (m)

Γερμανικά → Τουρκικά - former

προφορά
i. kalıplayıcı (m), modelci (m)

Γαλλικά → Ολλανδικά - former

προφορά
1. (général) vormen 2. (éducation) opleiden
3. (caractère) vormen 4. (objets) vormen; vorm geven aan
5. (constituer) vormen; vertegenwoordigen; samenstellen

Αγγλικά → Αραβικά - former

προφορά
‏المشكل، المكون، الخالق‏
‏سالف، سابق، الماضي، آنف، مذكور أولا، أول‏

Αγγλικά → Κινεζικά - former

προφορά
(形) 从前的, 旧时的, 早前的; 前者的; 在前的; 前任的
(名) 形成者, 样板, 模型

Αγγλικά → Κινεζικά - former

προφορά
(形) 從前的, 舊時的, 早前的; 前者的; 在前的; 前任的
(名) 形成者, 樣板, 模型

Αγγλικά → Χίντι - former

προφορά
n. संग्रहकर्त्ता, लेखक, रचयिता
a. भूतपूर्व, भूत, पहला

Αγγλικά → Ιαπωνικά - former

προφορά
(形) 前の; 前者の; 過去の; 古代の; 初期の
(名) 形成者; 年生

Αγγλικά → Κορεατικά - former

προφορά
형. 이전의, 과거의; 예전의; 옛날의; 처음의
명. 형성자, 만드는 도구, 앞

Αγγλικά → Βιετναμικά - former

προφορά
n. khuôn đúc, người làm việc lúc trước, người học trò củ
a. trước, cựu nhân viên, lúc trước

Γερμανικά → Κινεζικά - former

προφορά
[der] pl.Formern 制模者。铸工。模具。造形机。设计师。


dictionary extension
© dictionarist.com