Γαλλικά → Αγγλικά - forma

third-person singular past historic of former, formed

Ιταλικά → Αγγλικά - forma

προφορά
(a forma) ] adj. shaped, having the form of, resembling

Πολωνικά → Αγγλικά - forma

n. form, shape, cut, cast, make, matrix, figure, fettle, sort, model, trim, condition, mould, mold, pattern, figuration

Πορτογαλικά → Αγγλικά - forma

προφορά
n. form, shape, build, cutout, fio

Ρουμανικά → Αγγλικά - forma

v. constitute, compose, frame, organize, mold, mould, fashion, knead, educate, train, arise, cultivate
v. garrison

Ισπανικά → Αγγλικά - forma

προφορά
[forma (f)] n. form, shape; turn; line; figuration; likeness, similitude; pattern; way

Τουρκικά → Αγγλικά - forma

προφορά
[former] v. shape, form; train, discipline, fix; groom, develop; mold, make
n. form, shape; appearance, figure; fitness; formality; frame, mould, mold, cast, matrix
v. form, shape, make; frame, mould, mold; train

Ολλανδικά → Αγγλικά - forma

προφορά
pref. forma

Ιταλικά → Γαλλικά - forma

προφορά
1. (generale) forme (f) 2. (tipo) forme (f) 3. (grammatica) voix (f)
4. (apparenza) état (m); condition (f) 5. (sport) forme (f); condition (f)
6. (buona salute) aptitude (f); santé physique 7. (conformazione) conformation (f); forme (f)

Ιταλικά → Γερμανικά - forma

προφορά
n. form, gussform, aktionsform, gestalt, figur, art, weise, fasson, schablone, sitte, einkleidung, schnitt, körper, stil, anstand, leisten, laib, block, aussehen, profil, gebilde, benehmen, verfahren, wort

Πορτογαλικά → Γαλλικά - forma

προφορά
1. (geral) forme (f) 2. (sapateiro) forme (f); forme de cordonnier
3. (espécie) forme (f) 4. (corpo) ligne (f)
5. (esportes) forme (f); condition (f) 6. (conformação) conformation (f); forme (f)

Ισπανικά → Γαλλικά - forma

προφορά
1. (general) forme (f) 2. (especie) forme (f) 3. (gramática) voix (f)
4. (general) silhouette (f) 5. (apariencia) état (m); condition (f)
6. (deportes) forme (f); condition (f) 7. (conformación) conformation (f); forme (f)

Ισπανικά → Γερμανικά - forma

προφορά
n. form, gestalt, gebilde, weise, fasson, machart, format

Ισπανικά → Ρωσικά - forma

προφορά
n. форма, способ

Τουρκικά → Γαλλικά - forma

προφορά
forme [la], livraison [la]; maillot [la]

Τουρκικά → Γερμανικά - forma

προφορά
n. Dienstkleid

Τουρκικά → Ρωσικά - forma

προφορά
n. форма (F), внешность (F), образ (M), печатный лист (M)
adj. форменный

Ισπανικά → Κορεατικά - forma

προφορά
n. 모양, 외견, 형상, 양태


dictionary extension
© dictionarist.com