Αγγλικά → Ελληνικά - forcible

προφορά
επίθ. ισυρός, βίαιος, πειστικός

Αγγλικά → Αγγλικά - forcible

προφορά
adj. strongly convincing; coercive; strong; done through force

Αγγλικά → Γαλλικά - forcible

προφορά
adj. convaincant; contraignant; fort; de grande intensité; efficace; violent, fait en utilisant la force

Αγγλικά → Γερμανικά - forcible

προφορά
adj. überredend; gezwungen; stark, kräftig; nützlich; gewalttätig, gewaltsam

Αγγλικά → Ινδονησιακά - forcible

προφορά
a. dipaksakan: yg dipaksakan

Αγγλικά → Ιταλικά - forcible

προφορά
agg. fatto con la forza; forte, vigoroso, energico; convincente, efficace

Αγγλικά → Πολωνικά - forcible

προφορά
a. dokonany przemocą, bezprawny, mocny, dobitny, dosadny, przekonywający

Αγγλικά → Πορτογαλικά - forcible

προφορά
adj. forçoso, impetuoso; forte, poderoso; eficaz; violento

Αγγλικά → Ρουμανικά - forcible

προφορά
a. forţă: cu forţa, convingător, energic, puternic, viguros, viu

Αγγλικά → Ρωσικά - forcible

προφορά
прил. насильственный, принудительный, сильный, убедительный, веский, яркий

Αγγλικά → Ισπανικά - forcible

προφορά
adj. convincente; impulsivo, enérgico

Αγγλικά → Τουρκικά - forcible

προφορά
s. etkili, zorla yapılan

Αγγλικά → Ουκρανικά - forcible

προφορά
a. насильний, могутній, переконливий

Αγγλικά → Ολλανδικά - forcible

προφορά
bn. krachtig; gewelddadig; gedwongen;overtuigend

Αγγλικά → Αραβικά - forcible

προφορά
‏قسري، إكراهي، قوي، فعال‏

Αγγλικά → Κινεζικά - forcible

προφορά
(形) 强制的, 有气力的, 强迫的

Αγγλικά → Κινεζικά - forcible

προφορά
(形) 強制的, 有氣力的, 強迫的

Αγγλικά → Χίντι - forcible

προφορά
a. प्रबल, बलात्कृत, दबाने योग्य

Αγγλικά → Ιαπωνικά - forcible

προφορά
(形) 説得力のある; 強制的な; 力強い; 力ずくの

Αγγλικά → Κορεατικά - forcible

προφορά
형. 억지로 시키는, 강력한

Αγγλικά → Βιετναμικά - forcible

προφορά
a. thi hành bằng vỏ lực, mạnh dạn, cứng cỏi, có quyền lực, có tác dụng


dictionary extension
© dictionarist.com