Αγγλικά → Ελληνικά - forbidding

προφορά
επίθ. αποκρουστικός, απογορευτικός

Αγγλικά → Αγγλικά - forbidding

προφορά
adj. foreboding, imposing, hostile, unfriendly; frightening, threatening

Αγγλικά → Γαλλικά - forbidding

προφορά
adj. défendu, interdit, prohibé; repoussant; menaçant, effrayant; hostile

Αγγλικά → Γερμανικά - forbidding

προφορά
[forbid] v. verbieten; es ist verboten; nicht zulassen; nicht gestatten
adj. düster; unwirtlich; furchteinflößend

Αγγλικά → Ινδονησιακά - forbidding

προφορά
a. menakuntukan, mengejuntukan

Αγγλικά → Ιταλικά - forbidding

προφορά
agg. austero, severo, arcigno, minaccioso; inaccessibile (di roccia, costa)

Αγγλικά → Πολωνικά - forbidding

προφορά
a. posępny, groźny, niegościnny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - forbidding

προφορά
adj. sombrio, severo, ameaçador, hostil

Αγγλικά → Ρουμανικά - forbidding

προφορά
n. interzicere, prohibiţie
a. respingător, neplăcut

Αγγλικά → Ρωσικά - forbidding

προφορά
прил. отталкивающий, неприступный, страшный, угрожающий

Αγγλικά → Ισπανικά - forbidding

προφορά
adj. prohibitivo, prohibitorio

Αγγλικά → Τουρκικά - forbidding

προφορά
s. sert, haşin, korkutucu, tehlikeli, riskli, ciddi, vahim, çekilmez

Αγγλικά → Ουκρανικά - forbidding

προφορά
a. відразливий, загрозливий

Αγγλικά → Ολλανδικά - forbidding

προφορά
bn. afstotend, dreigend, bedreigend

Αγγλικά → Αραβικά - forbidding

προφορά
‏منع‏
‏بغيض، واعر، منيع‏

Αγγλικά → Κινεζικά - forbidding

προφορά
(形) 可怕的; 令人难亲近的

Αγγλικά → Κινεζικά - forbidding

προφορά
(形) 可怕的; 令人難親近的

Αγγλικά → Χίντι - forbidding

προφορά
a. घृणा उत्पन्न करनेवाला, अनिष्ट

Αγγλικά → Ιαπωνικά - forbidding

προφορά
(形) 近づき難い, 感じの悪い; 恐ろしい
(動) 禁じる, 禁止する

Αγγλικά → Κορεατικά - forbidding

προφορά
형. 불길한, 적의의, 호의적이지 않은; 무서운, 험악한

Αγγλικά → Βιετναμικά - forbidding

προφορά
a. dể ghét, khó thương


dictionary extension
© dictionarist.com