Αγγλικά → Ελληνικά - fond

προφορά
επίθ. τρυφερός, υπεραγαπών, φιλόστοργος, στοργικός

Αγγλικά → Αγγλικά - fond

προφορά
adj. affectionate, loving; overly attentive; doting, fatuous
n. background, setting (French)
n. bottom, back, depth; bosom, heart; inwardness, crux, essence; substance; background

Αγγλικά → Γαλλικά - fond

προφορά
adj. aimant, affectueux, tendre, attendri; indulgent; irréaliste
n. fond

Αγγλικά → Γερμανικά - fond

προφορά
adj. liebevoll, lieb; wohlwollend; zärtlich; überschwenglich
n. Hintergrund

Αγγλικά → Ινδονησιακά - fond

προφορά
a. cinta: yg sangat cinta, percaya: yg terlalu mudah percaya

Αγγλικά → Ιταλικά - fond

προφορά
agg. amorevole, affettuoso, tenero; che stravede, che ama ciecamente; troppo indulgente; ardente, grande, vivo; credulo, ingenuo; (dial) sciocco, stolto
s. fondo, sottofondo

Αγγλικά → Πολωνικά - fond

προφορά
a. czuły, zaślepiony, słodki, zamiłowany

Αγγλικά → Πορτογαλικά - fond

προφορά
adj. fã, apreciador; adorador; que faz mimos; irreal
s. fundo

Αγγλικά → Ρουμανικά - fond

προφορά
a. iubitor, fi amator de, dezmierdător, duios, indulgent: prea indulgent, tandru, bun

Αγγλικά → Ρωσικά - fond

προφορά
прил. любящий, нежный, излишне доверчивый, излишне оптимистичный

Αγγλικά → Ισπανικά - fond

προφορά
adj. cariñoso, afecto, tierno
s. fondo

Αγγλικά → Τουρκικά - fond

προφορά
s. düşkün, seven, aşırı, abartılı, pervasız

Αγγλικά → Ουκρανικά - fond

προφορά
n. фон
a. люблячий, ніжний, нерозсудливий, делікатний

Γαλλικά → Αγγλικά - fond

προφορά
n. bottom, back, depth, fundus, bosom

Γερμανικά → Αγγλικά - fond

προφορά
adj. affectionate, loving; overly attentive; doting, fatuous

Ρουμανικά → Αγγλικά - fond

n. fund, stock, supply, sum, substance, essence, content, bottom, matter, gist, spine, groundwork, background, field, elements, ground
n. staple

Ολλανδικά → Αγγλικά - fond

προφορά
n. fond, background, setting (French)

Αγγλικά → Ολλανδικά - fond

προφορά
bn. liefhebbend; dierbaar; al te lief; al te optimistisch; verwennend; onwerkelijk
zn. achtergrond

Γαλλικά → Γερμανικά - fond

προφορά
n. meerestiefe, sohle, rückwand, innerlichkeit, grundfarbe, grundierfarbe, ausdauer, boden, grund, resonanzboden, untergrund, hinterer teil, hintergrund, kern, kernpunkt, inhalt, schluck, rest, fond, innere, schlückchen

Γαλλικά → Ιταλικά - fond

προφορά
1. (général) fondo (m); sfondo (m)
2. (essentiel) nocciolo (m)
3. (résidu) sedimento (m); feccia (f); posatura (f); residuo (m)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - fond

προφορά
1. (général) fundo (m)
2. (essentiel) âmago (m); entranhas (fp) {informal}
3. (résidu) sedimento (m); borra (f); lia (f); depósito (m)

Γαλλικά → Ρωσικά - fond

προφορά
n. дно (m), глубина (m), днище (m), основание (m), основа (m), сущность (m), сердцевина (m), средство (m), фон (m), задний план (m)

Γαλλικά → Ισπανικά - fond

προφορά
1. (général) fondo (m)
2. (essentiel) fondo (m); quid (m)
3. (résidu) sedimento (m); heces (fp)

Γαλλικά → Τουρκικά - fond

προφορά
[le] dip; zemin; geri, esas, öz; temel; gizli düşünce, asıl amaç

Γερμανικά → Γαλλικά - fond

προφορά
n. coulis (m), fond (m), jus de viande (m), jus de cuisson (m), arrière (m)

Γερμανικά → Ιταλικά - fond

προφορά
n. fondo (m), sedile posteriore (m), sfondo (m)

Γερμανικά → Ρωσικά - fond

προφορά
n. фон (m), задний план сцены (m)

Γερμανικά → Ισπανικά - fond

προφορά
n. fondo (m), asiento: asientos traseros (pl)

Γερμανικά → Τουρκικά - fond

προφορά
i. temel (m), zemin (m), esas (m), fon (m)

Γαλλικά → Ολλανδικά - fond

προφορά
1. (général) bodem (m); achtergrond (m)
2. (essentiel) kern (m/f)
3. (résidu) sediment (n); bezinksel (n); residu (n)

Αγγλικά → Αραβικά - fond

προφορά
‏مغرم، محب، أثير، حنون، متسامح‏

Αγγλικά → Κινεζικά - fond

προφορά
(形) 喜欢的, 温柔的, 宠爱的

Αγγλικά → Κινεζικά - fond

προφορά
(形) 喜歡的, 溫柔的, 寵愛的

Αγγλικά → Χίντι - fond

προφορά
a. पिय, अनुरक्त, शौक़ीन, चाहनेवाला, मूर्खतापूर्ण

Αγγλικά → Ιαπωνικά - fond

προφορά
(形) 好きな; 優しい; 優し過ぎる
(名) 下地(フランス語)

Αγγλικά → Κορεατικά - fond

προφορά
형. 좋아하는, 정다운, 다정한; 지나치게 관심을 갖는; 어리석은

Αγγλικά → Βιετναμικά - fond

προφορά
a. thật thà, ngây thơ


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: fonding
Present: fond (3.person: fonds)
Past: fonded
Future: will fond
Present conditional: would fond
Present Perfect: have fonded (3.person: has fonded)
Past Perfect: had fonded
Future Perfect: will have fonded
Past conditional: would have fonded
© dictionarist.com