Αγγλικά → Ελληνικά - fluster

προφορά
ουσ. ταραχή, έξαψη
ρήμ. αναστατώνω, συγχίζω

Αγγλικά → Αγγλικά - fluster

προφορά
n. confusion, agitation, nervous excitement
v. confuse; agitate; annoy

Αγγλικά → Γαλλικά - fluster

προφορά
n. confusion, colère
v. agiter; troubler; confondre

Αγγλικά → Γερμανικά - fluster

προφορά
n. Verwirrung, Pein, Verärgerung
v. aus der Fassung bringen, verwirren

Αγγλικά → Ινδονησιακά - fluster

προφορά
n. kebingungan
v. menggugupkan, membingungkan, bingung, gugup: menjadi gugup

Αγγλικά → Ιταλικά - fluster

προφορά
s. agitazione, nervosismo, eccitazione, turbamento
v. agitare, innervosire, confondere

Αγγλικά → Πολωνικά - fluster

προφορά
n. podniecenie, wzburzenie
v. podniecać się, wzburzyć się

Αγγλικά → Πορτογαλικά - fluster

προφορά
s. confusão, perturbação, agitação
v. atrapalhar, envergonhar, irritar

Αγγλικά → Ρουμανικά - fluster

προφορά
n. fierbinţeală, frământare, tulburare
v. agita: se agita, îmbăta: se îmbăta uşor, tulbura: se tulbura, ameţi

Αγγλικά → Ρωσικά - fluster

προφορά
с. волнение, возбуждение, суета
г. волновать, возбуждать, подпоить, слегка опьянеть

Αγγλικά → Ισπανικά - fluster

προφορά
s. agitación, azoramiento, nerviosismo, turbación; aturdimiento
v. poner nervioso, abochornar, aturrullar, aturullar, azorar

Αγγλικά → Τουρκικά - fluster

προφορά
f. sarhoş etmek, telaşlandırmak, telaşlanmak, heyecanlanmak, bocalamak, iki ayağını bir pabuca sokmak

Αγγλικά → Ουκρανικά - fluster

προφορά
n. замішання
v. метушитися, хвилювати

Αγγλικά → Ολλανδικά - fluster

προφορά
zn. verwarren, zenuwachtig maken
ww. verwarren, iemand zich ergens voor laten schamen, ergeren

Αγγλικά → Αραβικά - fluster

προφορά
‏سكر، إهتياج مرتبك‏
‏سكر، أربك، حير، هاج، خبل‏

Αγγλικά → Κινεζικά - fluster

προφορά
(名) 慌乱; 混乱; 狼狈
(动) 使慌乱; 使紧张不安; 使激动; 慌乱; 变得紧张不安

Αγγλικά → Κινεζικά - fluster

προφορά
(名) 慌亂; 混亂; 狼狽
(動) 使慌亂; 使緊張不安; 使激動; 慌亂; 變得緊張不安

Αγγλικά → Χίντι - fluster

προφορά
n. घबड़ाहट, हलचल, शराब की गरमी
v. शराब पिलाकर उन्मत्त करना, घबड़ाना, हलचल मचाना, ख़लबली पड़ना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - fluster

προφορά
(動) 慌てさせる, 混乱させる
(名) 慌てること, 混乱

Αγγλικά → Κορεατικά - fluster

προφορά
명. 혼동, 동요, 당황
동. 혼란시키다; 동요하다; 당황하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - fluster

προφορά
n. sự bối rối, rối loạn tâm thần
v. làm cho say sưa, làm cho chếch choáng, luống cuống, bực tức


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: flustering
Present: fluster (3.person: flusters)
Past: flustered
Future: will fluster
Present conditional: would fluster
Present Perfect: have flustered (3.person: has flustered)
Past Perfect: had flustered
Future Perfect: will have flustered
Past conditional: would have flustered
© dictionarist.com