Αγγλικά → Ελληνικά - flimsy

προφορά
επίθ. λεπτός, αδύνατος, αραχνοΰφαντος

Αγγλικά → Αγγλικά - flimsy

προφορά
n. thin paper, paper used for copies
adj. delicate, thin; frail, fragile; insubstantial; poorly made or constructed

Αγγλικά → Γαλλικά - flimsy

προφορά
n. papier très fin, papier pour les copies
adj. mince, fin minuscule; faible, fragile; lâche

Αγγλικά → Γερμανικά - flimsy

προφορά
n. Durchschlagpapier, Kohlepapier; Geldschein (brit.); Telegramm; Reizwäsche, zarte Damenunterwäsche
adj. dünn, schwach; gebrechlich

Αγγλικά → Ινδονησιακά - flimsy

προφορά
n. kertas tipis, telegram, kawat
a. tipis, halus: sangat halus, rapuh, lemah, bukan-bukan: yg bukan-bukan

Αγγλικά → Ιταλικά - flimsy

προφορά
s. (Cart) carta velina; copia; (fam) telegramma; (fam) banconota, biglietto di banca
agg. fragile, inconsistente, senza consistenza; tenue, debole

Αγγλικά → Πολωνικά - flimsy

προφορά
n. banknot, brudnopis
a. słaby, cienki, wątły, kruchy, lichy, blady, marny, błahy, bezpodstawny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - flimsy

προφορά
s. papel fino, papel utilizado para cópias
adj. frágil; fraco; quebrável; fino

Αγγλικά → Ρουμανικά - flimsy

προφορά
n. foiţă {fam.}, hârtie subţire, bancnotă {fam.}
a. slab, şubred, inconsistent, subţire, transparent, neîntemeiat, nejustificat, van, superficial, frivol

Αγγλικά → Ρωσικά - flimsy

προφορά
с. тонкая бумага, папиросная бумага; тонкое женское белье, телеграмма
прил. хрупкий, непрочный, легкий, тонкий, шаткий, неосновательный, неубедительный

Αγγλικά → Ισπανικά - flimsy

προφορά
s. papel fino, papel de copia
adj. frágil, débil, debilucho, endeble, ligero

Αγγλικά → Τουρκικά - flimsy

προφορά
i. ince kopya kâğıdı, pelür, banknot, kâğıt para
s. dayanıksız, çürük, sudan, inandırıcı olmayan

Αγγλικά → Ουκρανικά - flimsy

προφορά
n. цигарковий папір
a. крихкий, непереконливий

Αγγλικά → Ολλανδικά - flimsy

προφορά
zn. Dun papier, papier gebruikt voor overtrekken
bn. broos, kwetsbaar, dun

Αγγλικά → Αραβικά - flimsy

προφορά
‏ورق رقيق‏
‏رقيق، مهلهل، قابل للكسر، مرهف، ردئ النوع، واه، غير جيد‏

Αγγλικά → Κινεζικά - flimsy

προφορά
(名) 薄纸; 薄纸稿纸; 描图用薄纸
(形) 易坏的; 浅薄的; 脆弱的

Αγγλικά → Κινεζικά - flimsy

προφορά
(名) 薄紙; 薄紙稿紙; 描圖用薄紙
(形) 易壞的; 淺薄的; 脆弱的

Αγγλικά → Χίντι - flimsy

προφορά
n. महीन काग़ज़, तार, तार का समाचार
a. झीना, छिछला, निःसत्व

Αγγλικά → Ιαπωνικά - flimsy

προφορά
(形) 薄くて軽い; もろい; 薄弱な, 虚弱な, 軟弱な, ひ弱な, か弱い
(名) 薄紙

Αγγλικά → Κορεατικά - flimsy

προφορά
명. 얇은 종이, 지폐, 얇은 여성복
형. 얇은, 미묘한; 박약한, 부서질 것같은; 실없는; 보잘것없는

Αγγλικά → Βιετναμικά - flimsy

προφορά
n. bài của phóng viên viết đưa về tòa soạn, giấy bạc
a. mỏng mảnh, không bền, sơ thiển, không minh xác


dictionary extension
© dictionarist.com